Πόσες φορές έχουμε ακούσει φράσεις όπως «Μίλησέ μου, θα νιώσεις καλύτερα» ή «Έλα βγαλ’ το από μέσα σου» ή το «Αν δεν ξέρω το πρόβλημά σου, πώς θα μπορέσω να σε βοηθήσω;» κατά τη διάρκεια της ζωής μας; Πάρα πολλές. Σε εξαντλητικό βαθμό θα έλεγε κανείς. Τις ξέρουμε παπαγαλία τούτες τις φράσεις εμείς οι μη ομιλητικοί που δε μοιραζόμαστε τα προβλήματά μας. Λες και θέλουμε να τα κουβαλάμε. Μήπως να εξηγήσουμε επιτέλους, γιατί έχουμε πάψει να μοιραζόμαστε όσα μας βαραίνουν με τον έξω κόσμο;

Το σφίξιμο του λαιμού μας ξεκινάει συνήθως κατά την παιδική ηλικία. Εκεί που ακόμα δεν φτάνουμε να σκεφτούμε πώς θα μιλήσουμε. Απλά ανοίγαμε το στόμα μας και όποιον πάρει η μπάλα. Και τότε ήρθε ένας σοφός και μας έδειξε πως δε χρειάζεται να τα λέμε και όλα. Ή πως ο λόγος που είχαμε αφήσει τις λέξεις να ξεγλιστρήσουν από τα αθώα μας χείλη δεν ήταν αρκετά σημαντικός για να γίνει τέτοιος σαματάς.

Από μια άλλη μεριά ήταν και οι φορές που τα τόσο απλά μας λόγια δεν έφταναν να διεισδύσουν από τον προμετωπιαίο λοβό του συνομιλητή μας και η ικανότητά του για κατανόηση και συζήτηση πήγαιναν περίπατο. Έτσι, μέναμε σαστισμένοι και άδειοι να απορούμε για τη δική μας γλωσσική ικανότητα.

Μεγαλώνοντας είχαμε ήδη αποφασίσει πως τα πιο περίπλοκα θέματα που μας απασχολούσαν θα ήταν για τους πολύ κοντινούς μας ανθρώπους. Για εκείνους που μας έβλεπαν καθημερινά στους αγώνες που δίναμε με το μέσα και το έξω μας για να βρούμε τη θέση μας σε αυτή την εποχή που μας έτυχε να περπατήσουμε στη γη. Όσα μπαίναμε στη διαδικασία να μοιραστούμε φροντίζαμε να είναι δομημένα με τόσο όμορφο και περίτεχνο περιτύλιγμα που θα περνούσαν σχεδόν απαρατήρητα για την ουσία που θα έσερναν από πίσω. Τόσο διαλεχτά ήταν τα λόγια μας και τόσο ήρεμη η έκφρασή μας που κανείς δεν έβλεπε τον πραγματικό κίνδυνο.

Έτσι φεύγαμε από κάθε συζήτηση ανακουφισμένοι που δεν διαταράξαμε την ηρεμία κανενός. Ανακουφισμένοι που δεν στεναχωρήθηκε ο άνθρωπός μας περισσότερο από εμάς για όσα μας βασανίζουν. Ανακουφισμένοι που δεν δώσαμε να καταλάβει την πραγματική έκταση του προβλήματος που είχαμε να αντιμετωπίσουμε.

Δε νομίζω πως μπορεί να εξηγηθεί επακριβώς το πόσο ψυχοφθόρο είναι για έναν άνθρωπο που παλεύει με κάτι, να σκέφτεται περισσότερο τον τρόπο που θα το μοιραστεί με τους άλλους για να μη τους πληγώσει, παρά τον ίδιο του τον εαυτό και το πώς θα βρει τη λύση του. Όταν έχεις προσπαθήσει τόσο πολύ να μιλήσεις και να επικοινωνήσεις ακριβώς το αγκάθι που στέκεται στο λαιμό σου, η κάθε άρνηση αντίληψης από την άλλη μεριά είτε για να μην αποδεχτεί το μερίδιο ευθύνης της είτε επειδή απλά δεν την ενδιέφερε τόσο να μπει στον κόσμο σου, σε κατέτρωγε και σε κατατρώει πανηγυρικά.

Η ανάγκη, λοιπόν, εύρεσης του κατάλληλου περιτυλίγματος από ένα σημείο και μετά μας μοιάζει παντελώς ανώφελη και χάσιμο χρόνου από αυτόν που έχουμε για να καθίσουμε να σκεφτούμε εμείς οι ίδιοι τη λύση που ψάχνουμε. Είναι μεγάλη ειρωνεία και ηλιθιότητα από μέρους μας το ότι προστατεύουμε τους άλλους περισσότερο από εμάς και τις ανάγκες μας. Και να σου τα αυτοάνοσα, να σου η κατάθλιψη, να και η άρνηση επικοινωνίας με τον οποιονδήποτε κόσμο.

Έχουμε master στο να μοιραζόμαστε επιλεκτικές πληροφορίες πολύ ανάλαφρες και ασήμαντες για εμάς για να δικαιολογήσουμε απλά το εξαντλημένο μας πρόσωπο και τον διαταραγμένο μας ύπνο, ώστε να μην αναρωτιούνται περαιτέρω για το τι μπορεί να μας συμβαίνει στη ζωή μας. Μοιραζόμαστε τόσα όσα, ώστε να έχετε στο νου σας πως οκ κάτι τρέχει, αλλά είναι διαχειρίσιμο και μικρούλι σε σχέση με τα όσα τραβάτε οι υπόλοιποι φυσικά. Το ‘χουμε βρε!

Και ξανά η φράσεις «είμαι εδώ για σένα», «πες μου θα σε βοηθήσω» στοιχειώνουν τον ύπνο που μας έχει απομείνει. Γιατί η αλήθεια είναι πως μιλήσαμε. Δε τα θέλουμε τα να κουβαλάμε μόνοι μας. Ούτε να μη γνωρίζετε αν έχετε μερίδιο στο πρόβλημα. Απλά μας κουράσατε τόσο πολύ με τις νηπιακές σας αντιδράσεις και συμβουλές, που δεν βρίσκουμε το νόημα να το ανοίξουμε το ρημάδι μας πλέον. Δε βρίσκουμε το νόημα να σας δώσουμε στο πιάτο τον ψυχικό μας αγώνα. Όχι γιατί δε θέλουμε. Αλλά γιατί δε μπορείτε να μας καταλάβετε.

Έχουμε παντρευτεί το δικό μας «Δεν έχεις ανάγκη εσύ», «Δε σε φοβάμαι εσένα» και απλά προχωράμε. Δεν έχουμε ανάγκη. Φτάσαμε μέχρι εδώ και θα φτάσουμε και ακόμα παραπέρα. Απλά φτάνει κάπου με αυτή την υποκρισία πως είστε εδώ για ό,τι χρειαστούμε και πως μας καταλαβαίνετε. Γιατί καταλαβαίνετε μέχρι εκεί που θέλετε, μέχρι εκεί που μπορείτε, μέχρι εκεί που αντέχετε. Και όχι, δε φταίμε εμείς που κλειστήκαμε. Φταίτε και εσείς που όταν σας είχαμε ανάγκη, σηκώσατε τα χέρια ψηλά. Όχι γιατί δεν ξέρατε πως να μας βοηθήσετε. Αλλά γιατί δεν μπήκατε καν στη διαδικασία να ακούσετε τί μπορεί να θέλαμε από εσάς. Ίσως να μην είχατε τον τρόπο, ίσως να σας τον δείχναμε εμείς, ίσως σε μια άλλη εποχή όλα να είναι αλλιώς. Για την ώρα όμως, μην ανησυχείτε, το ‘χουμε!

Συντάκτης: Βάσω Πατρώνη