Ρωτώντας πας στην Πόλη αλλά μαθαίνεις και πράγματα που κανένα google ποτέ δε θα σου πει. Μυστικά μαντζούνια, ερωτήσεις κάπως άβολες ή αδιάκριτες, απορίες για τις μεγάλες ώρες, τιπς για τη δουλειά ή συνταγές ξεχασμένες, ό,τι δεν ήξερες ότι ήθελες να μάθεις, θα στο πουν τα μικρά μας ρεπορτάζ.

 

Γράφει η Σοφία Γουρνά. (#Σοφιστίες)

Το πρόσφατο δυστύχημα στα Τέμπη δε σταμάτησε μόνο τη ζωή κάποιων ανθρώπων. Πάτησε επίπονα φρένο και στην εσφαλμένη τάση μας να ασχολούμαστε με θέματα άνευ ουσίας, να καταπιανόμαστε με καθημερινές μικροπρέπειες και να κοιτάμε μόνο την πάρτη μας. Μας θύμισε ότι όλοι είμαστε ίσοι απέναντι στον πόνο και τη θλίψη, ότι μόνο από τύχη δεν ήμασταν στη θέση των ανθρώπων αυτών. Ήταν σαν να πάγωσε ο χρόνος και να μείναμε ακίνητοι, ενώ τα συντρίμμια αιωρούνταν γύρω μας, ρουφώντας ανθρώπους στην άβυσσο. Ακόμη παλεύουμε να μεταβολίσουμε όλες αυτές τις πληροφορίες, όλες αυτές τις λεπτομέρειες που μαθαίνουμε και μας εξοργίζουν ακόμα πιο πολύ. Δε χωράει το κεφάλι μας την έκταση της ανευθυνότητας και την ευκολία με την οποία κάποιοι παρέβλεψαν τους κινδύνους και κατέστρεψαν τόσες ζωές. Προσωπικά, νιώθω θυμό ακούγοντας τους διαλόγους μεταξύ των σταθμαρχών, για την αναισθησία με την οποία μιλάνε για την «τράκα». Για τον εμετικό τρόπο με τον οποίο έτρεξαν κάποιοι με το blanco να παραποιήσουν στοιχεία. Τεράστια λύπη για τα θύματα κι απεριόριστο σεβασμό για τις οικογένειές τους που δεν ξέρω αν θα είχα το ίδιο κουράγιο, βρισκόμενη στη δική τους θέση.

 

Εξομολογείται η Αγγελική Τσαγκαράκη. (#Αντιτελειότητα)

Το έγκλημα στα Τέμπη μου στοίχισε την ηρεμία μου. Ο πόνος μέσα μου για τις ζωές που χάθηκαν δε λέει να καταλαγιάσει. Ακόμη ξυπνάω κάθιδρη από εφιάλτες κι ας βρίσκομαι χιλιόμετρα μακριά. Πλέον φοβάμαι τα πάντα και δεν ξέρω πώς να το σταματήσω. Πάντα υπήρχε ένα «να προσέχεις», ένα «στείλε μου όταν φτάσεις» καθώς δεν περιμέναμε τα Τέμπη για να ενδιαφερθούμε και ν’ ανησυχήσουμε για δικούς μας ανθρώπους, όμως πια έχει λάβει διαστάσεις τρόμου. Φίλοι μου πετάγονται ως τη γωνία και μέχρι να δω μήνυμα ότι έφτασαν, τρέμω. Δεν πηγαίνω στην πόλη μου γιατί είναι 5 ώρες με το ΚΤΕΛ από τον τόπο κατοικίας μου και φοβάμαι. Μετά τα Τέμπη νιώθω τη ζωή πιο εύθραυστη από ποτέ. Πόσο ανάλαφρα αφήνουμε τις ζωές μας στα χέρια ανίκανων που υπηρετούν ένα σάπιο σύστημα; Θυμήθηκα τις φορές που περιφρόνησα τη μητέρα μου γι’ αυτό το «στείλε όταν φτάσεις». Πόσες φορές δεν της έστειλα και με πήρε έντρομη τηλέφωνο. Τώρα πια δεν το ξεχνάω. Τώρα οι ρολόι αντιστράφηκαν και περιμένω εγώ μήνυμα ότι έφτασε ασφαλής στη δουλειά της. Αυτό άλλαξε για μένα με τα Τέμπη. Φοβάμαι.

 

Αναφέρει η Άντρεα Λαζαρίδου. (#Όσο_πατάει_η_γάτα)

Το δυστύχημα στα Τέμπη, μας αφύπνισε, από έναν λήθαργο που κάποιοι, πάλεψαν χρόνια για να μας βάλουν. Είναι απ’ αυτές τις στιγμές που συνειδητοποιούμε πως ο θάνατος δε μας διαλέγει από το χρώμα, την ομάδα, το «κόμμα», όλοι άνθρωποι είμαστε ίσοι κι όταν η θλίψη μετά από τέτοια γεγονότα μας ενώσει, τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει. Την ίδια ώρα, κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν -μην πω επιβάλουν- πως η ζωή προχωράει, λες κι αυτό μπορεί να συμβεί, όταν ακόμη το μυαλό είναι ένα κουβάρι από τις σκέψεις, «τι έφταιξε, ποιος έφταιξε, θ’ αποδοθούν οι πραγματικές ευθύνες ή άλλο ένα έγκλημα θ’ αποσιωπηθεί;», «οι ανθρώπινες ζωές τελικά μετράνε σ’ αυτή τη χώρα;». Νιώθω πραγματικά θλίψη και οργή για τον άδικο χαμό τόσο νέων ανθρώπων, για το πώς αντιμετωπίστηκε το γεγονός από τους υπεύθυνους, αλλά και τα κροκοδείλιά τους δάκρυα που τελικά δεν έπεισαν κανέναν. Τρέμω μόνο στην ιδέα να σκεφτώ πως όλοι μας από τύχη ζούμε σ’ αυτή τη χώρα! Γιατί όπως ήταν αυτοί, θα μπορούσα να ήμουν εγώ, εσύ κι όλοι μας. Ελπίζω στη δικαίωση των θυμάτων, των οικογενειών τους, αλλά κι ολόκληρου του ελληνικού λαού, που όσο κι αν η εμπιστοσύνη του κλονίζεται, πάντα πιστεύει πως θα ξημερώσουν καλύτερες μέρες σ’ αυτή τη χώρα.

 

Καταγράφει η Μαργαρίτα Αρβανιτίδου. (#Κάτι_να_σου_πω)

Ερωτηματικά: μα πώς γίνεται, δεν το πιστεύω, φοβάμαι, πονάω. Αυτές είναι από τις λίγες εκφράσεις που τις τελευταίες μέρες λέμε μετά το δυστύχημα στα Τέμπη. Κι αφού έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να κοιμηθούμε μετά από αυτό που συνέβη, τις ώρες αγρυπνίας, ας αναλογιστούμε πώς μπορούμε ν’ αλλάξουμε επιτέλους κάποια πράγματα. Μέσα από τα δάκρυα, από τον φόβο που αφήνουμε να φυτεύουν μέσα μας οι ανεύθυνοι υπεύθυνοι, ας αρχίσουμε να φοβόμαστε και για το μέλλον. Κι ο φόβος να γίνει δύναμη, φωνή εναντίωσης, δύναμη για να ξεριζώσουμε τις σάπιες ρίζες. Ο φόβος να γίνει κραυγή, έναυσμα για αλλαγή. Φτάνει πια, αυτό σκέφτομαι. Όχι άλλες ημερομηνίες θύμησης νεκρών. Ας δημιουργήσουμε ημερομηνίες θύμησης της ζωής που επιτέλους δικαιούμαστε, της αυτονόητης ασφάλειας, της αυτονόητης κοινωνικής μέριμνας. Ας ουρλιάξουμε μέχρι να γκρεμιστούν τοίχοι και να ματώσουν τα αυτιά όλων των υπευθύνων. Μα ας σιωπήσουμε για όσους μείναν πίσω και θρηνούν.

 

Περιγράφει η Σουζάνα Ντεζούκι. (#Σουζanax_των_25)

Ότι ζω σε μια σάπια κοινωνία, το ήξερα. Ότι οι νέοι άνθρωποι είναι καλύτερης πάστας, το πίστευα, μα δεν είχα αποδείξεις. Μετά το δυστύχημα η αντίδραση των νέων πρωτίστως αλλά και των ανθρώπων γενικότερα με έκανε να ελπίζω ξανά σ’ ένα καλύτερο αύριο, σε μια κοινωνία πιο αλληλέγγυα κι επίσης με έκανε να αντιληφθώ στην πράξη πόσο σημαντική είναι η συλλογική μας συνείδηση και δράση. Ενώ νιώθω μια βαθιά θλίψη γι’ αυτό το έγκλημα, νιώθω μια αποστροφή για τις κυβερνήσεις και την αντιμετώπιση του συμβάντος από την πλειοψηφία των δημοσιογράφων, ταυτόχρονα έχω μια ελπίδα ότι θα τ’ αλλάξουμε σιγά-σιγά. Ότι όσο άδικο κι αν ήταν, θα κάνουμε ο,τι μπορούμε για να μην επαναληφθεί.

 

Πηγή φωτογραφίας