Υπάρχει ένα ερώτημα που πλανάται όλο και πιο συχνά: ονειρεύονται σήμερα οι νέοι; Όχι με την έννοια των μικρών, καθημερινών επιθυμιών, αλλά με εκείνη των μεγάλων φιλοδοξιών που κάποτε έδιναν κατεύθυνση και νόημα στο μέλλον.
Η αίσθηση που επικρατεί είναι πως η νέα γενιά έχει μάθει να ονειρεύεται πιο «συγκρατημένα». Σαν να έχει προηγηθεί μια σιωπηλή προσαρμογή στις συνθήκες, πριν καν διατυπωθούν τα όνειρα. Όχι από έλλειψη επιθυμίας, αλλά από μια βαθύτερη πεποίθηση ότι ίσως δεν υπάρχει το περιθώριο για μεγάλα άλματα.
Οι νέοι μεγαλώνουν μέσα σε μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από διαρκή μεταβολή και αβεβαιότητα. Οικονομικές κρίσεις, πανδημίες, γεωπολιτικές εντάσεις, μια αίσθηση αστάθειας που δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά κανονικότητα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το μέλλον δε μοιάζει με ανοιχτό πεδίο δυνατοτήτων, αλλά με ένα τοπίο που απαιτεί προσοχή και επιβίωση. Και όταν το έδαφος είναι ασταθές, τα όνειρα δύσκολα ριζώνουν.
Κάποτε η ερώτηση «τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;» γεννούσε αυθόρμητες απαντήσεις. Σήμερα, η ίδια ερώτηση συχνά φιλτράρεται μέσα από το πρίσμα του ρεαλισμού. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η επιθυμία, αλλά και η βιωσιμότητά της. Και σε αυτή τη μετάβαση, κάτι αλλάζει. Οι φιλοδοξίες δεν εξαφανίζονται, αλλά περιορίζονται πριν ακόμη εκφραστούν πλήρως.
Ο φόβος παίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Φόβος αποτυχίας, οικονομικής ανασφάλειας, αβεβαιότητας για το μέλλον. Πολλοί νέοι καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε αυτό που θέλουν και σε αυτό που θεωρείται «ασφαλές». Έτσι, τα όνειρα συχνά προσαρμόζονται, μικραίνουν ή μετατίθενται επ’ αόριστον.
Παράλληλα, η συνεχής έκθεση σε εξιδανικευμένες εικόνες ζωής μέσω των social media δημιουργεί ένα επιπλέον βάρος. Επιτυχία, αναγνώριση, εμπειρίες – όλα παρουσιάζονται ως άμεσα εφικτά, σχεδόν υποχρεωτικά. Αντί να λειτουργούν ως πηγή έμπνευσης, αυτές οι εικόνες συχνά εντείνουν το αίσθημα σύγκρισης και ανεπάρκειας. Και όταν κάποιος νιώθει ήδη «πίσω», η δυνατότητα να ονειρευτεί μπροστά περιορίζεται.
Ωστόσο, το πιο ουσιαστικό στοιχείο ίσως δεν είναι η εξωτερική πραγματικότητα, αλλά η εσωτερική προσαρμογή σε αυτήν. Οι νέοι φαίνεται να έχουν ενσωματώσει τους περιορισμούς του κόσμου πριν καν δοκιμάσουν να τους υπερβούν. Αντί να ονειρεύονται παρά τις δυσκολίες, ονειρεύονται εντός των ορίων που αυτές επιβάλλουν. Και έτσι, τα όνειρα δεν χάνονται – απλώς γίνονται πιο μικρά, πιο σιωπηλά.
Κι όμως, δεν εξαφανίζονται. Παραμένουν παρόντα, έστω και υπόγεια. Σε στιγμές ενθουσιασμού, σε σκέψεις για μια διαφορετική ζωή, σε εκείνες τις φευγαλέες εικόνες του «τι θα μπορούσε να είναι». Ίσως το πρόβλημα δεν είναι η απουσία ονείρων, αλλά η έλλειψη χώρου για να εκφραστούν. Σε αυτό το πλαίσιο, το να ονειρεύεται κανείς σήμερα αποκτά έναν διαφορετικό χαρακτήρα. Μοιάζει σχεδόν με πράξη αντίστασης. Σε έναν κόσμο που προκρίνει τον ρεαλισμό, την προσαρμογή και την ασφάλεια, η διατήρηση της φιλοδοξίας γίνεται μια εσωτερική επιλογή με ιδιαίτερο βάρος.
Το ζητούμενο, ίσως, δεν είναι η επιστροφή σε μια πιο «αθώα» εποχή ονείρων, αλλά η επαναδιατύπωσή τους με νέους όρους. Όνειρα που να λαμβάνουν υπόψη την πραγματικότητα, χωρίς όμως να υποτάσσονται πλήρως σε αυτήν. Που να αφήνουν περιθώριο για επιθυμία, δημιουργία και εξέλιξη.
Τελικά, οι νέοι εξακολουθούν να ονειρεύονται. Απλώς το κάνουν πιο προσεκτικά, πιο σιωπηλά. Όχι επειδή δεν έχουν φαντασία ή φιλοδοξία, αλλά επειδή έχουν μάθει να ζουν σε έναν κόσμο που τους ζητά πρώτα να επιβιώσουν και μετά να ελπίσουν.
Ίσως, όμως, ακριβώς γι’ αυτό τα όνειρα έχουν σήμερα μεγαλύτερη αξία από ποτέ.
