Το να ακούς από κάποιον, σχετικά νωρίς κιόλας, πως είναι μπερδεμένος είναι σαν να θες να δεις την αγαπημένη σου μεξικάνικη σειρά και να μη βρίσκεις υπότιτλους. Μη σου τύχει!

Αντιλαμβάνεσαι, λοιπόν, στο άψε σβήσε πως κάτι δεν πάει ιδιαίτερα καλά. Συνήθως όταν κάποιος αποφασίζει να πει πως υπάρχει ένα μπέρδεμα στο  κεφάλι του σημαίνει πως το συγκεκριμένο γεγονός έχει αρχίσει να του δημιουργεί τύψεις. Πράγμα που, λογικά, οδηγεί στο συμπέρασμα πως αυτό το θέμα του τριβελίζει το μυαλό καιρό. Αισθάνεται, ίσως, την ανάγκη να το εκφράσει για να αισθανθεί καλύτερα. Να φύγει έστω κάποιο βάρος από πάνω του και να νιώσει για λίγο ξεκάθαρος. Με την ελπίδα να πιστέψει πως είναι όντως ξεκάθαρος, ν’ απαλλαχθεί από πιθανές ενοχές εν πάση περιπτώσει.

Από την άλλη μεριά, με το που ο απέναντι ακούσει τη συγκεκριμένη λέξη, τις περισσότερες φορές φαντάζεται πως το πρόσωπο που τη ξεστομίζει έχει κάτι άλλο στο μυαλό του. Κάτι παλιό που δεν κατέληξε καλά, κάτι πιο πρόσφατο που δε βγήκε, κάτι που αναμφισβήτητα τον αποσυντονίζει από την τωρινή φάση που βρίσκεται. Και κάπως έτσι, οι μπερδεμένοι γίνονται δύο, διότι αυτός που δεν ήταν, ξέρει είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα πλέον πως πολλά απ’ αυτά που πίστευε δεν αντικατοπτρίζουν τελικά την πραγματικότητα. Άλλο που μπορεί να μη θέλει να το ψάξει περαιτέρω. Ενδεχομένως να φοβάται πως ό,τι υποψιάζεται θα επιβεβαιωθεί.

Βέβαια, ένα άτομο μπορεί να αισθανθεί μπερδεμένο και λόγω «υπαρξιακών», τα οποία πιθανόν να βρεθούν μπροστά του.  Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων περνάει κάποια τέτοια φάση στη ζωή του, είτε επειδή αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα το οποίο ξεπερνούσε τις αντοχές του, είτε επειδή προδόθηκε από έναν άνθρωπο που εκτιμούσε αλλά, κυρίως, εμπιστευόταν πολύ. Άλλωστε, συνήθως η απογοήτευση τσακίζει πολύ περισσότερο όταν στην προκαλεί δικός σου άνθρωπος.

Οπότε όταν βιώνει μία τέτοια κατάσταση, δηλαδή μία σύγχυση που περιλαμβάνει ερωτήματα τα οποία αφορούν τον ίδιο του τον εαυτό και δεν τα έχει απαντήσει, είναι λογικό κι επόμενο να μπερδευτεί κι ενδεχομένως να μπερδέψει κάποιον που βρίσκεται στη ζωή του τη δεδομένη στιγμή.

Ωστόσο, εκείνος που εμπλέκεται σ’ αυτήν την κατάσταση χωρίς να το έχει προκαλέσει ο ίδιος, έχει εκ των πραγμάτων δύο επιλογές. Η μία είναι να προσπαθήσει να λύσει αυτό το μπέρδεμα που υπάρχει στο μυαλό του άλλου. Παρεμπιπτόντως, χρειάζεται πολύ υπομονή γι’ αυτό. Η δεύτερη επιλογή είναι, ίσως, πιο απλή. Συζητάει και ξεκαθαρίζει πρώτα τι θέλει ο ίδιος και στη συνέχεια αφήνει το περιθώριο και τον χρόνο στον άλλον να σκεφτεί αν και τι μπορεί ή θέλει να δώσει.

Υπάρχει όμως και η πιθανότητα να γοητευτεί κάποιος απ’ την όλη φάση του «δεν ξέρω τι μου γίνεται».  Μαζοχιστική μεν, πιθανότητα δε. Και ν’ αρχίσει να νομίζει πως ξαφνικά νιώθει πολλά περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι πριν. Αλλά όχι, μάλλον δεν είναι έτσι. Και μάλλον συμβαίνει κάτι πολύ πιο απλό απ’ αυτό. Πληγώθηκε ο εγωισμός του επειδή δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει πως  τα πράγματα δεν ήταν όπως τα φανταζόταν και πως, με μαθηματική ακρίβεια, δε θα έρθουν όπως τα θέλει.

Όπως και να ‘χει, ο καθένας αναζητάει με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο την ευτυχία και πολλές φορές τα μπερδέματα οδηγούν σε, εκ διαμέτρου, διαφορετικά συναισθήματα. Οπότε, μπορεί να πρέπει να σταματήσει να ψάχνει τον προορισμό μες στα αδιέξοδα.

 

Επιμέλεια κειμένου Χρύσας Τικοπούλου: Ελευθερία Παπασάββα.

Συντάκτης: Χρύσα Τικοπούλου