«Μια χαρά είχα μάθει στην ακαταστασία του σπιτιού μου και του εαυτού μου. Ήρθες εσύ και θέλησες να τα βάλεις όλα σε τάξη.

Μπήκες στη καρδιά και συγύρισες το μπέρδεμα, μπήκες στο μυαλό και το ‘φερές στα ίσια του, μπήκες στο σπίτι μου και το ‘βαλες σε τάξη. Άνοιξες την ντουλάπα μου και ξεσκάρταρες τον μπόγο με τα ρούχα που κατοικούσαν χρόνια εκεί αφόρετα. Κι ύστερα φόρεσα εσένα.

Ξυπνούσα το πρωί και έβρισκα καφέ, γυρνούσα από τη δουλειά και ήδη ζέσταινες το φαγητό. Ζητούσα κάτι και είχε γίνει πριν τελειώσω την φράση μου. Τα ρούχα μύριζαν μαλακτικό σαν της μαμάς την μπουγάδα κι επιτέλους έβγαινα έξω με σιδερωμένο πουκάμισο.

Όποτε δεν ήμουν στα κέφια μου έκανες ό,τι περνάει από το χέρι σου να μου φτιάξεις τη διάθεση. Και αν έβλεπες πως τίποτα δεν πιάνει, καθόσουν στην άκρη, καθάριζες φασολάκια και μου ‘δινες χώρο και χρόνο.

Διακριτικότητα πάνω από όλα. Αλλά και δουλικότητα. Και μια συνήθεια σκληρή. Τίποτε σχεδόν αυθόρμητο, παρά μερικά χαμόγελα και κάτι μικροεκπλήξεις. Μέσα στην τεμπελιά μου εγώ, βολεύτηκα και γούσταρα. Εκμεταλλευόμουν την εξυπηρέτηση. Μόνο τις παντόφλες που δεν είχα μάθει να ζητάω.

Ένιωθα σαν το αφεντικό που του φέρνει ο σκύλος το πρωί την εφημερίδα ενώ πίνει τον καφέ του.

Αλλά που και που με έπνιγε όλο αυτό. Είχα μάθει αλλιώς. Μέσα στην ακαταστασία μου έβρισκα τα πάντα. Μέσα στην τάξη σου χάνομαι και ψάχνομαι. Άμα δεν είσαι εσύ εκεί δε βρίσκω τίποτα. Ακόμα και το αγαπημένο μου βρακί που το είχα πάντα χωμένο σε μια γωνιά του συρταριού τσαλακωμένο, το άλλαξες θέση. Πλέον είναι σε άλλο συρτάρι, ανάμεσα σε άλλα, διπλωμένο!

Ποιος σου είπε να μου διπλώσεις τα βρακιά; Ποιος σου είπε να με μάθεις έτσι; Ζήτησα εγώ υπηρετικό προσωπικό; Και θα μου πεις, οτι έδειχνα να το απολαμβάνω. Μάλιστα, αφού ήταν η καθημερινότητά μου, το ‘μαθα. Αλλά δεν ήμουν πια εγώ.

Δεν ήμουν πια μέσα στο χάος μου, όλο ηρεμία και χαλάρωση.

Τώρα πρέπει να βγάζω τα παπούτσια πριν μπω στο σπίτι, να βουρτσίζω τα δόντια μου πάντα το βράδυ πριν κοιμηθώ και να πλένω πάντα τα χέρια μου πριν φάω. Βαριέμαι να τα κάνω επειδή πρέπει.

Αυτά σου είπα πάνω σε ένα ξέσπασμα και γύρισα μια ημέρα από τη δουλειά και βρήκα το σπίτι χωρίς εσένα. Τα πήρες όλα κι έφυγες. Προς στιγμήν τρόμαξα. Τι θα έκανα τώρα; Ποιος θα τα έκανε όλα αυτά; Αλλά μετά από μερικά λεπτά ξεβρακώθηκα και άρχισα να κυκλοφορώ στο σπίτι μέσα στη γύμνια μου, πετώντας ρούχα και άλλα αντικείμενα δεξιά και αριστερά.

Σε λίγες μόλις ώρες το σπίτι δεν θύμιζε σε τίποτα το μέχρι πρότινος απαστράπτων σπίτι που ήταν πριν φύγεις. Ήταν ένα αχούρι. Το δικό μου αχούρι. Και παντού επικρατούσε το χάος.

Απόψε κάλεσα μερικούς φίλους να έρθουν από εδώ. Θα τα κάνουμε όλα κώλο. Θα ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου και θα γίνουν και τα μυαλά μας πουρές. Ποια λογική και ποιο συναίσθημα; Μπακούρι και ρεμάλι και χαίρομαι και πάλι.

Μετά από εσένα στο χάος, βρίσκω πια τα πράγματά μου χωρίς να χρειάζεται να σε ρωτάω για το κάθε τι. Τρώω ταπερ φουντ της μάνας και καμιά κάλτσα μου δεν έχει ζευγάρι. Όμως ξέρω που είναι το αγαπημένο μου βρακί.

Σε ευχαριστώ που έφυγες!»

 

Συντάκτης: Μαριάννα Κουρούπη