Ο άνθρωπος είναι μία άγνωστη μορφή τέχνης και η ίδια η τέχνη είναι ο άνθρωπος. Η δημιουργία είναι ένας ατέρμονος διάλογος ανάμεσα στη στιγμή και στο πάντα, μια αφορμή διαφωνίας για τα χρώματα του ουρανού και τις αποχρώσεις του φωτός πάνω στη γη, είναι η αιτία που υπάρχουν ακόμη κρυφοί ζωγράφοι, σιωπηλοί μουσικοί, κυνηγημένοι ποιητές και επαίτες γλύπτες. Κι όμως, κάθε φορά που εμφανίζεται ένα έργο τέχνης, ο άνθρωπος θα διακρίνει πάντα τον καλλιτέχνη πίσω από αυτό κι αυτή αποδεικνύεται η αιώνια καταδίκη της τέχνης: έπεται του ατόμου. Ίσως γι’ αυτό προσιδιάζει πλέον τόσο σε εκείνα, τα εγωιστικά όντα που θαρρούν πως κρατούν όλη τη δύναμη του κόσμου σε ένα πινέλο, μια γραφίδα, μια παρτιτούρα, ένα άγαλμα, μα ποίος θα τολμούσε να τους πείσει για το αντίθετο;

Η ζωγραφική ανέκαθεν αποτελούσε μια έντονη προσωπικότητα· ζωηρή, με διακυμάνσεις στα συναισθήματά της, εκρηκτική, γεμάτη πάθος για ζωή, σαν να προσπαθούσε να δημιουργήσει κόσμους που οι άνθρωποι κοιτούν αλλά δυσκολεύονται να δουν πραγματικά. Ήσυχα σχεδόν μαγνητίζει το βλέμμα γιατί είναι απλώς εκείνη, γιατί μπορεί να υπάρξει σε ένα δωμάτιο και όλα τα βλέμματα, κρυφά και φανερά, θα είναι αποκλειστικά δικά της. Έχει την τάση να υποτάσσει τον άνθρωπο ακόμα κι εάν εκείνος αδυνατεί να το αντιληφθεί. Αποζητά την προσοχή και γι’ αυτό φανερώνεται, ουδέποτε μπορεί να μείνει κρυφή. Είναι ταυτόχρονα αλαζονική, έχει ανάγκη να την παρατηρούν κι ας μην μπορούν να την κατανοήσουν πλήρως.

Η μουσική συμβαδίζει μαζί της. Οι γλυκές της νότες δίνουν στον άνθρωπο την εντύπωση πως είναι ένα ασφαλές μέρος για εκείνον, πως θα έρθει σε επαφή με πράγματα γνωστά σε εκείνον, όλα θα κυλήσουν όπως τα απαλά αγγίγματα του βιολιού. Τη στιγμή όμως που καθησυχάζεσαι, εισέρχεται το κατακτητικό πιάνο, η οικεία κιθάρα, τα προειδοποιητικά τρομπόνια και παρατηρεί πως ακόμα και το βιολί έχει αρχίσει να σπάει απαιτητικά κάτω από τα κελεύσματα του μουσικού. Εκείνα τα δευτερόλεπτα αντιλαμβάνεσαι την πραγματική της φύση: τίποτα δεν είναι ήρεμο μέσα της, αν και μερικές φορές αυτή την εντύπωση επιθυμεί ν’ αποδώσει. Είναι θελκτική γιατί προστάζει την καρδιά να χτυπήσει δυνατότερα. Είναι ευρέως αποδεκτή γιατί μιλάει σε όλους και για όλους τους ανθρώπους. Αλλά είναι αυστηρή και σκληρή: ποτέ δε θα αφεθεί ακολουθώντας πιστά τις γραμμές της και θα προκαλεί συναισθήματα που ίσως αδυνατεί να ελέγξει και να διαχειριστεί. Κάποιες φορές το μόνο που θέλει είναι μόνο να δρα χωρίς συνέπειες.

Κι αν τα δύο αυτά στοιχεία συνενώνονταν σε μία έκρηξη θα προέκυπτε η γλυπτική· η αποκαρδιωτική ομορφιά της ζωγραφικής και η λεπτεπίλεπτη αρμονία της μουσικής που ξεδιπλώνονται στην ουσία των αγαλμάτων. Η παρθενική τους αιδώς σε συνδυασμό με την πηγαία της ευθραυστότητα συνήθως απομακρύνει τους ανθρώπους, τούς μετατρέπει σε προσκυνητές που φθάνουν να αντικρίσουν ένα ιερό αλλά καταλαβαίνουν πως το μόνο που έχουν τη δύναμη να κάνουν είναι να το λατρεύουν πειθήνια. Την αγαπούν και την εξαίρουν γιατί έχει καταφέρει να κερδίζει τον χρόνο. Έχει μία αιώνια ζωντάνια που εκείνοι ποτέ δε θα αποκτήσουν αλλά και μια αυθόρμητη κομψότητα που δύσκολα συναγωνίζονται. Τα αγάλματα τούς θυμίζουν όλα όσα θα μπορούσαν να είναι αλλά κι όσα ποτέ δε θα γίνουν.

Εάν τα γλυπτά κατάφερναν να ζήσουν πραγματικά, θα άφηναν το αποτύπωμά τους στη γη χορεύοντας. Ο χορός έχει αυτό το σπουδαίο χαρακτηριστικό της απελευθέρωσης από τα πάντα: δεσμά, συναισθήματα, εαυτοί, άνθρωποι, καταστάσεις και τείνει να το διακηρύττει ανελλιπώς. Η χάρη διακατέχει όλο τους το σώμα που φαίνεται σαν να στέκεται υπεράνω όλων, τα μάτια τους να κοιτούν τον κόσμο προσπαθώντας να ανακαλύψουν έναν ρυθμό, που όμως κάποιες φορές χάνεται κι εκείνοι καλούνται να τον δημιουργήσουν. Είναι ευγενική και συγκεντρωμένη, αφοσιωμένη και συνετή αλλά δε θα διστάσει να χορέψει στη μέση του δρόμου, κάτω από τον καυτό ήλιο και τον καταρρακτώδη θόρυβο. Γιατί είναι πιστή, υπηρετεί την καρδιά και μόνο.

Αλλά υπάρχει κι εκείνη που δημιουργεί φως κι ας ζει στο σκοτάδι, η ποίηση. Εάν μπορούσε να μιλήσει για τον εαυτό της, θα έγραφε· σιωπηλά, μυστήρια κι απομονωμένα. Όσο δύσκολα μπορούν να τη διακρίνουν, τόσο εύκολα μπορούν να την απορρίψουν γιατί ζητά, συνεχώς απαιτεί και ποτέ δε συμβιβάζεται. Τούς κάνει να τη θεωρούν υπεράνθρωπη γιατί ίσως φοβάται πως είναι υπερβολικά καθημερινά για εκείνα τα οποία μιλάει, οπότε έχει καλλιεργήσει μία μυστηριώδη ομίχλη γύρω από το όνομά της που υπόσχεται την αθανασία και την αιώνια λατρεία. Δεν έχει βρεθεί κάποια τέχνη περισσότερο καταζητούμενη από εκείνη. Παρά τις λανθασμένες πεποιθήσεις ποτέ δεν ήταν ρομαντική· ζούσε σαν μία λυρική ρεαλίστρια όπου όλοι στέκονταν στις λέξεις τις και λίγοι, έως ελάχιστοι, πρόσεχαν αληθινά τα λόγια της. Αφήνει όμως περιθώρια, επιτρέπει στους ανθρώπους να πλάθουν δικές τους ιστορίες πίσω από τα λόγια της, να οικειοποιούνται τα νοήματά της διακηρύσσοντας τις ιδέες τους. Όμως μην εξαπατάστε από αυτή τη φαινομενικά φιλάνθρωπη και ανώτερη στάση της, είναι στην πραγματικότητα πονηρά ευφυής. Ποτέ δεν αποκαλύπτεται και πάντα παραμονεύει.

Αυτό όμως που ενσαρκώνει τα αντικρουόμενα πάντα είναι το θέατρο, ο τόπος που το κάθε «εγώ» γίνεται «εμείς». Οι άνθρωποι αποδίδουν εξαιρετική σημασία σ’ εκείνο γιατί τούς επιτρέπει όλα εκείνα που αρνούνται οι άλλες τέχνες: να είναι κάποιοι άλλοι! Η δελεαστική του ομορφιά βασίζεται στο γεγονός ότι τούς αφήνει να περιδιαβούν σε άλλες εποχές, σε διαφορετικές προσωπικότητες, σε ανήκουστα μέρη, με λόγια που ίσως εκείνοι δε θα είχαν την δύναμη να ξεστομίσουν. Παρουσιάζει όλα εκείνα που η κοινωνία τρέμει και μόνο στην όψη τους, ωθεί τους ανθρώπους σε ένα βήμα πέρα από τη σκηνή και ορισμένες φορές, καθόλου απρόσμενα, τούς συγχύζει. Σχεδόν τούς εξοργίζει και τούς μαγεύει, τούς αφήνει άφωνους για να μπορούν να ουρλιάξουν, μιλούν για εκείνο σαν κάποιο αστικό θρύλο κι όμως αποδεικνύει περίτρανα πως είναι εκεί, δίπλα τους, μαζί τους. Σχεδόν ανθρώπινο. Όπως όμως και η ποίηση, η γλυπτική μαζί με τη ζωγραφική και τη μουσική έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Είναι ελιγμοί ευτυχίας ώστε να υπάρχουμε κάπως αναπαυτικά δυστυχισμένοι (Ν. Καρούζος).

 

Συντάκτης: Ελένη Τσεπελίδη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου