«Σχεδόν Σχέσεις: Μια συζήτηση που έπρεπε να γίνει!» Νέο βιβλίο, ανακάλυψέ το εδώ!

xcvxn

«Στην αρχή διψούσε για τρυφερότητα.»

Η γέννηση του ανθρώπου, νοητά στο μυαλό μας, συνδέεται με μία υπέρμετρη τάση για τρυφερότητα από τους γύρω του και κυρίως από τους γονείς του· το νεογέννητο απαιτεί σχεδόν την ανάγκη για στοργή τόσο με λόγια όσο και με πράξεις, παρ’ όλη την αδυναμία κατανόησης της βαθύτερης σημασίας τους. Εγχαράσσονται όλα αυτά στο υποσυνείδητό του ενώ συγχρόνως τα εκλαμβάνει ως ένα είδος συναισθηματικής αποδοχής και ίσως γι’ αυτό παρουσιάζεται ιδιαίτερα επιτακτικό στην επαναλαμβανόμενη απαίτησή τους. Ιδιαίτερα η μητρική αγάπη αποφαίνεται καθοριστική, καθότι όλες οι μετέπειτα προσπάθειες για την αναβίωσή της, σε περιπτώσεις που απέβη λειψή, υπολείπονται. Οι άνθρωποι αγαπάμε με τον τρόπο που έχουμε αγαπηθεί, εκλάβει και καταλάβει την αγάπη ως παιδιά.

 

«Μετά (διψούσε) για σκληρότητα.»

Ως έφηβοι λησμονήσαμε ίσως την απλή αυτή λέξη όπως και το βαρυσήμαντο περιεχόμενο που ενσάρκωνε, θεωρώντας την προσδιοριστικό χαρακτηριστικό μίας ευάλωτης προσωπικότητας και ποιος θα μπορούσε άραγε να επιβιώσει στη σημερινή κοινωνία με αυτό το στοιχείο; Η αισθητή της λεπτότητα αντικαταστάθηκε από πρόχειρα συναισθήματα και παροδικά λόγια σαν να ήταν αναλώσιμα και επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν ξανά από την αρχή σε έναν άλλον άνθρωπο για έναν άλλον σκοπό. Από τη στιγμή αυτή χάνουν τη βαρύτητά τους. Τα χάδια πονούν και μετατρέπονται σε αποπνικτικές αγκαλιές στερώντας την πολύτιμη αναπνοή, εκείνη που τώρα θα καταπνίξουμε υπάκουα σκεπτόμενοι πως, κάποιες φορές η αγάπη πονάει.

 

«Στο τέλος (διψούσε) για χυδαιότητα.»

Ενήλικες λοιπόν σε έναν κόσμο που δικαιωματικά μας ανήκει (;) κατασταλάξαμε στο άμεσο συμπέρασμα πως η τρυφερότητα είναι κάτι επουσιώδες- πλέον αδυνατούμε μέχρι και να την προσδιορίσουμε- οπότε πάψαμε ίσως να αναζητάμε εκείνη την αγάπη που ουδέποτε δεχτήκαμε ή πιστέψαμε ότι όμοιά της είναι ανήκουστο να βρεθεί, αποζητώντας πλέον διεκπεραιωτικά αγγίγματα και πρόστυχα συναισθήματα. Οι εκδηλώσεις αγάπης με λεπτεπίλεπτα σκιρτήματα της καρδιάς, βλέμματα γεμάτα αφοσίωση, ειλικρινή λόγια έγιναν απόηχοι της ψυχής. Αντιληφθήκαμε εμπράκτως από τον περίγυρο πως η επικράτηση στη ζωή εξαρτάται από τον τρόπο που θα διαχειριζόμαστε την ευαισθησία μας. Αλλά και από τη στιγμή που τη χειριστήκαμε ωφελιμιστικά για υποδεέστερους σκοπούς, ίσως τίποτα δε θα έπρεπε να μας εντυπωσιάζει αναφορικά με τη διαπόμπευσή της.

 

«Τώρα βολεύεται με σκουπίδια.»  (Ντίνος Χριστιανόπουλος)

Απομεινάρια φράσεων, τυχαία βλέμματα, πρόχειρα σχέδια σωμάτων και μαρμαρωμένες καρδιές συναποτελούν μια καθημερινότητα που λησμονεί συχνά να επιζητήσει τα αντίθετα αφού δυσεύρετα περιφέρονται προσεκτικά μήπως απαθανατιστούν (και θανατωθούν). Ακόμα και στις σκέψεις μας έχουμε επιβάλλει έναν συγκεκριμένο τρόπο αποτίμησης και εκτίμησης πραγμάτων και ανθρώπων όπου οι περιστασιακές εκλάμψεις τρυφερότητας αντικαθίστανται από αυστηρές και απρόσωπες κριτικές. Αισθανόμαστε την ανάγκη να επιδείξουμε στοργική συμπεριφορά μονάχα σε εύθραυστα ψυχολογικά άτομα ή και σε κοινωνικές ομάδες που επιτάσσεται μία τέτοια αντιμετώπιση, ταυτίζοντας τη λέξη αυτή με εκείνη της αδυναμίας. Οι «δυνατοί» πιστεύουν πως δεν τη χρειάζονται αλλά κάποιος, θα λέγαμε, πως είναι αρκετά δυνατός τόσο να δεχτεί όσο και να την προσφέρει.

Τα συναισθήματα που δεν εκφράζονται θάβονται και εμφανίζονται μπροστά μας ως φαντάσματα, υποστηρίζει ο Φρόιντ· άυλα πνεύματα που προκαλούν υλικές δυσκολίες, αδυναμίες του σώματος και της ψυχής. Η έλλειψη τρυφερότητας αποδεδειγμένα πλέον, προκαλεί στους ανθρώπους από ανασφάλεια και λύπη μέχρι συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης αλλά και παθήσεις του ανοσοποιητικού ενώ η αναγνώριση των συναισθημάτων τους, στην περίπτωση που πραγματοποιείται, επιτυγχάνεται με περισσότερη δυσκολία. Η ζεστασιά και η θαλπωρή αποφαίνονται σωτήριες και ελπιδοφόρες, η σωματική εγγύτητα σηματοδοτεί μια απογύμνωση του «εγώ» μας που τόσο φοβικά προσπαθούμε να προστατεύσουμε και να προφυλάξουμε από τυχόν συγκινήσεις.

Η αγκαλιά, ως πρωταρχική ένδειξη, οφείλει να περικλείει τον άνθρωπο και να αφιερώνεται σε εκείνον ολοκληρωτικά και ευλαβικά, η έκκριση ορμονών της ωκυτοκίνης και της ντοπαμίνης ή αλλιώς της αγάπης και της ευτυχίας ενεργοποιούνται με τη στενή επαφή που καθόλου βιαστικά είναι αναγκαίο να τελείται. Οι απόρθητες πανοπλίες του κορμιού καταρρέουν, τα άτομα έχουν τη δύναμη να αισθανθούν τους παλμούς του άλλου, τις συναισθηματικές διακυμάνσεις του και τους φόβους του καταρρίπτοντας τον σπουδαιότερο, εκείνον της μοναξιάς.

Όμως μία τόσο ποιητικά πλασμένη ιδιότητα όσο αυτή της τρυφερότητας, απαιτεί και ανεπαίσθητα στοιχεία που εν τέλει τη μετατρέπουν σε όσα είναι και όσα προσφέρει. Εάν συναντήσουμε τα μάτια ανθρώπων από όπου πηγάζει αυτό το ευδιάκριτο στοιχείο, θα διαπιστώσουμε μια πρωτοφανή σιγουριά και πίστη, εμπιστοσύνη στις επιταγές της καρδιάς. Απορρέει από μέσα τους μία ορμητική δύναμη που κατασπαράζει ευγενώς την ευτελή σαθρότητα του κόσμου. Οι ευαίσθητες σκέψεις τους, δομημένες με μια τρομακτική λογική, αποτέλεσμα σύμπτυξης μυαλού και ψυχής, προβάλλονται με μια ημιτελή ρευστότητα: υπάρχουν δυνατότητες μεταβολής τους αποφεύγοντας να υιοθετούν μια απολυτότητα· αυτή είναι και η μαγευτική τους αλήθεια. Η τρυφερότητα προσαρμόζεται, ανήκει στους ανθρώπους και πλάθεται για εκείνους, οι μορφές της αντιπροσωπεύουν τη μοναδικότητα του καθενός και αντανακλούν το ποιόν του πομπού αλλά και τη συναισθηματική ευελιξία του δέκτη.

Πρωταρχικός σκοπός ίσως αποδεικνύεται να είναι η προσωρινή τέρψη αλλά στην πραγματικότητα είναι η κάθαρση. Κάθαρση από μία πρωταρχικά εγωιστική συμπεριφορά του μωρού μέχρι και την ολοκληρωτική δημιουργία ενός ενήλικου, ψυχρού προσωπείου. Γεγονός ακόμη αποτελεί πως η τρυφερότητα προς τους άλλους βασίζεται σε εκείνη που επιδείξαμε στον εαυτό μας: όλες οι πληγές που επουλώσαμε, όλα τα λάθη που αναγνωρίσαμε και διορθώσαμε, όλα εκείνα που σκεφτήκαμε και πραγματοποιήσαμε, αναθεωρήσαμε και επιτεύξαμε, συγκροτούν τον πυρήνα της μετέπειτα πορείας μας στη ζωή. Η τρυφερότητα απαντάται κρυφά (;) στα πιο απλά αλλά καθόλου πεζά γεγονότα και πράγματα της καθημερινότητας και στις ουσιαστικότερες στιγμές της ζωής.

 

Συντάκτης: Ελένη Τσεπελίδη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου