«Σχεδόν Σχέσεις: Μια συζήτηση που έπρεπε να γίνει!» Νέο βιβλίο, ανακάλυψέ το εδώ!

%cf%81%cf%86%ce%b3%ce%b7%ce%b7%ce%b4

Πολλοί άνθρωποι πέρασαν από τη ζωή μου. Άλλοι ενδιαφέροντες, άλλοι αδιάφοροι, έξυπνοι, μορφωμένοι, ονειροπόλοι, κυνικοί, ο καθένας με τα δικά του προβλήματα και δυσκολίες. Κάπου ανάμεσα σ’ αυτούς σε κοίταξα αδιάφορα για μια στιγμή. Ο Ρίτσος είπε ότι με την ελπίδα μιας στιγμής μας χρέωσαν όλο το μέλλον και πράγματι, εκείνη τη στιγμή η ζωή μου απέκτησε μια διαφορετική τροπή. Γιατί σ’ αγάπησα εξαρχής.

Σ’ αγαπούσα αρκετά και για τους δυο μας. Σε πόθησα σ’ ερωτεύτηκα, σε διεκδίκησα και σ’ απέκτησα στην τελική. Μετά; Μετά φαντάστηκα ότι θα ζούσαμε τον έρωτα που περιέγραφαν τα ποιήματα του Σεφέρη, του Καβάφη, του Ελύτη ,του Φιτζέραλντ και του Γουάιλντ.

Όμως έκανα λάθος. Ο έρωτάς μας -έτσι θα ήθελα να τον ονομάσω ως φόρο τιμής- ήταν μια κακογραμμένη τραγωδία. Οι προοικονομίες γύρω μου ήταν εμφανείς και πολυπληθείς. Μα εγώ εκεί, στην άρνησή μου, να παίζω ένα κρυφτό με την πραγματικότητα. Αποζητούσα συνεχώς το μαζί, ξέροντας ότι εμείς οι δυο δεν ταιριάζουμε. Ο χαμηλών τόνων χαρακτήρας μου σε συνδυασμό με τον υπέρμετρο ρομαντισμό μου, βρισκόταν σε συνεχή σύγκρουση με τη ρεαλιστική -κι ίσως πρακτικότερη- προσέγγιση για τη ζωή και την ανάγκη για εδραίωση. Δεν είχαμε κανένα σημείο συνάντησης. Ήμασταν δύο παράλληλες ευθείες που σύμφωνα με τα μαθηματικά θα συναντιόμασταν στο άπειρο.

Κρατούσα μια σιγουριά, ότι είχαμε όλο τον χρόνο του κόσμου. Αφελής έτσι όπως ήμουν, έλεγα πως είναι λίγες στιγμές έναντι της αιωνιότητας, αυτές οι ευθείες που δεν είχαν σημείο τομής. Ήταν ίσως τα πάντα. Κι όμως αυτό το αγνοούσα. Με ρωτούσες τι μου άρεσε περισσότερο πάνω σου και σου απαντούσα συνεχώς πως αγαπώ τα μάτια σου. Πότε δε στο είπα ότι το λάτρεψα τόσο. Ίσως να άλλαζε κάτι, ίσως να μπορούσα να παραμείνω μαζί σου περισσότερο, ίσως να άντεχα λίγο παραπάνω. Όμως -καθόλου αναπάντεχα- μια μέρα εξαφανίστηκε το χρώμα σου από τη ζωή μου. Και το ερώτημα είναι: πώς προχωράς μετά το τέλος;

Η τραγωδία μας αδυνατούσε να οδηγήσει τους θεατές- πόσο μάλλον τους ίδιους τους πρωταγωνιστές- στην κάθαρση. Το τέλος μας δεν οδηγούσε σε τελική ολοκλήρωση αλλά σε τελική φθορά. Όμως, ακόμα κι αυτό στο δικαιολόγησα. Αυτό λοιπόν κάνουμε στον έρωτα; Δικαιολογούμε άνευ όρων; Άνευ ορίων; Κι αν ναι τότε ποιος φταίει αν όχι εμείς; Και μετά από έναν -φαινομενικά- μεγάλο έρωτα τι έπεται; Ίσως το χάος. Κλάματα, νεύρα, ξεσπάσματα, καταθλιπτικές τάσεις, υβριστικά σχόλια, όλα αυτά για κάποιον που αγάπησες.

Και στην αρχή όλων των πραγμάτων υπάρχει το Χάος, όπου από εκεί δημιουργούνται τα πάντα, από εκεί ξεκινούν τα πάντα. Το πρώτο λοιπόν πράγμα που έκανα ήταν να γράφω με άλλο χρώμα, με κάποιο που τα μάτια σου δε θα μου θύμιζε με τίποτα. Κοιτούσα και τις προηγούμενες σελίδες, νοσταλγικά μπορώ να πω, αλλά με μια ανακούφιση. Γιατί ο έρωτάς μας ήταν σκληρός, δύσκολος κι άδοξος, αλλά άξιζε να μείνει η ανάμνησή του. Κι όσο βίαια αγαπηθήκαμε, άλλο τόσο βίαια σε έδιωξα από μέσα μου.

Κάποιες μέρες, μέσα στην αδυναμία μου ή μέσα στη δύναμή μου -όπως το πάρει κανείς- υποκύπτω στον πειρασμό και ξαναδιαβάζω τα γράμματα που γράφτηκαν με το δικό σου χρώμα. Όμως πλέον δε στεναχωριέμαι· ο έρωτας απαιτεί δυνατούς ανθρώπους. Ίσως ήσουν κι εσύ ένας απ’ αυτούς. Δε θα βρω απάντηση, μπορεί και ποτέ. Ίσως βέβαια το μυστήριο να είναι πιο συναρπαστικό.

Συντάκτης: Ελένη Τσεπελίδη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου