were

Υπάρχουν κι εκείνα τα άτομα. Εκείνα που τους απευθύνεσαι για επαγγελματικό σκοπό, είτε είναι γνωστοί σου τους οποίους έχεις πολύ καιρό να δεις, είτε εν πάσει περιπτώσει δεν έχετε κανενός είδους φιλική ή κοντινή σχέση και σου πετάνε με τη μία το πιο κρυφό οικογενειακό τους πρόβλημα. «Έχω τη μάνα μου στο νοσοκομείο» ή «χώρισα πριν δυο μέρες και ψάχνω σπίτι.». Πώς στο καλό ν’ αντιδράσεις σ’ ένα «oversharing» που δε ζήτησες και που σίγουρα σε φέρνει σε δύσκολη θέση;

Αποτελεί δείγμα μοναξιάς κι ανάγκης για κατανόηση το oversharing με άτομα που αντικειμενικά δεν έχεις οικειότητα. Η αλήθεια είναι πως όσο και να θέλουμε να πιστεύουμε πως με την εξέλιξη της τεχνολογίας ερχόμαστε πιο κοντά με τους ανθρώπους, ότι μπορούμε να επικοινωνήσουμε ανά πάσα ώρα και στιγμή κι από οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη, στην πραγματικότητα το μόνο που καταφέρνουμε να πετύχουμε είναι να κρυβόμαστε περίτεχνα πίσω από τις οθόνες του κινητού μας φιλτράροντας κάθε μας συναίσθημα. Σ’ αυτό βέβαια, έχει συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό η απεικόνιση μιας αψεγάδιαστης περσόνας που προβάλλει μια άκρως ισορροπημένη ζωή των χρηστών στα σόσιαλ, που κάνει πολλούς  από εμάς να νιώθουμε πως δεν τα καταφέρνουμε τόσο καλά στη ζωή μας. Βάζουμε τότε οι ίδιοι τρικλοποδιά στον εαυτό μας, με αποτέλεσμα να «κλεινόμαστε» στο «καβούκι» μας και να μη νιώθουμε άνετα να επικοινωνήσουμε τον οποιοδήποτε προβληματισμό μας. Μέχρι που σκάμε και τα λέμε μαζεμένα τις πιο άκυρες στιγμές.

Δεν είναι λίγες οι φορές που αυτή η αποξένωση μας έχει δημιουργήσει την ανάγκη να εκφράσουμε όλο και πιο έντονα τα προσωπικά μας προβλήματα στη συνομιλία μας μ’ έναν άνθρωπο- ειδικά όταν εκείνος δε μας γνωρίζει και τόσο καλά. Όσο λιγότερο γνωρίζεις έναν άνθρωπο τόσο πιο εύκολα μπορείς ν’ ακουμπήσεις ένα κομμάτι της ψυχής σου, καθώς δεν πιστεύεις πως θα σε κρίνει, ή δε σε νοιάζει αν θα το κάνει. Τι συμβαίνει όμως όταν ο συνομιλητής μας ακούγοντας τον προβληματισμό μας δε δείχνει και να «ιδρώνει το αυτί του», είναι μια άλλη συζήτηση. Γιατί άλλο το να μην κρίνει κι άλλο το να μη τον νοιάζει.

Ξέρεις, υπάρχουν πολλοί λόγοι που οδηγούν σ’ αυτή την αντιμετώπιση από την πλευρά του δέκτη. Ένας από αυτούς, είναι πως ενώ στο γραφείο του ψυχολόγου υπάρχει ένα πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο ο ακροατής-ψυχολόγος είναι προετοιμασμένος ν’ ακούσει κυριολεκτικά τα πάντα από έναν θεραπευόμενο, στην καθημερινότητα δεν είμαστε όλοι έτοιμοι ανά πάσα ώρα και στιγμή ν’ ακούσουμε ή και να βοηθήσουμε σε αντίστοιχη περίπτωση. Θες επειδή δεν είμαστε έτοιμοι εκείνη την ώρα ν’ ακούσουμε κάτι τόσο σοβαρό, θες επειδή μπορεί πραγματικά να μη χωράει η παραμικρή πληροφορία στον ήδη υπερφορτωμένο εγκέφαλό μας, θες επειδή ίσως και λίγο μέσα μας πιστεύουμε πως το άτομο που μας επικοινωνεί αυτή την πληροφορία το κάνει ενοχικά ή δικαιολογείται;

Όπως και να ‘χει δεν είναι καθόλου εύκολο ν’ αντιδράσουμε by the book σε μια κατάθεση ψυχής η οποία δεν ξέρουμε από πού μας ήρθε κι είναι οκ κι αυτό. Απλώς είμαστε άνθρωποι και δεν είναι όλες οι ώρες ίδιες. Δεν μπορούμε σε κάθε περίπτωση να προσφέρουμε τη στήριξη που χρειάζεται ο άλλος. Όπως με τα νομίσματα, έτσι και στη ζωή το κάθε πράγμα έχει δυο όψεις. Είμαι σίγουρη πως όλοι μας έχουμε βρεθεί στη θέση να θέλουμε πάσει θυσία να επικοινωνήσουμε το πιο σοβαρό μας θέμα στον πρώτο άνθρωπο που θα μας δημιουργήσει αίσθημα ασφάλειας. Μπορεί όμως να μην μπορεί ή να μη θέλει να μας ακούσει κι είναι οκ κι αυτό.

Άλλωστε, σε κάθε περίσταση θα πρέπει να έχουμε ένα πράγμα στο μυαλό μας ως «οδηγό πλεύσης»: Κάνουμε καθημερινά το καλύτερο που μπορούμε κι ας μην είναι πάντα το αντικειμενικά καλύτερο. Ο καθένας μας δίνει καθημερινά τις δικές του μάχες κι ίσως αυτή η σκέψη να ανακουφίσει την πολυτάραχη ψυχή μας. Δεν είμαστε ποτέ μόνοι κι ας νιώθουμε έτσι.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Ειρήνη Μπισιώτη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου