Καλοκαίρι.
Μια πλευρά του χρόνου που χαρακτηρίζεται από την ελευθερία. Ελευθερία σκέψεων, ελευθερία ονείρων, ελευθερία πόθων. Όπου και να κοιτάξεις, βρίσκεται αγάπη και ανεμελιά. Ο κόσμος δείχνει πιο χαρούμενος. Χαμογελάει περισσότερο, επικοινωνεί περισσότερο, αναπνέει περισσότερο. Είναι πρόθυμος να τσαλακωθεί, να περάσει καλά, να δώσει χρόνο στον εαυτό του να ανασυγκροτήσει δυνάμεις και να δει τα πράγματα αλλιώς.
Κάθε καλοκαίρι γινόμαστε πιο επιεικείς με τους εαυτούς μας και τους άλλους. Βγάζουμε προς τα έξω το παιδί που κρύβουμε μέσα μας. Αυτό που τελείωσε το σχολείο και τώρα είναι ελεύθερο να παίζει όλη μέρα με την ψυχή του. Σαν παιδιά και εμείς, λοιπόν, περιμένουμε το καλοκαίρι για να δώσουμε στο μέσα μας μια άφεση αμαρτιών για ό,τι συμβαίνει και να παραβλέψουμε ευγενικά τα γύρω μας. Κλείνουμε τα μάτια και αφηνόμαστε με αγαλλίαση στην εποχή του χρόνου που είναι η «χαλαρή».
Έχεις αναρωτηθεί γιατί; Γιατί να περιμένει κανείς το καλοκαίρι για να νιώθει ζωντανός μέσα του; Τι είναι αυτό που το καλοκαίρι το κάνει πιο δυνατό από τις άλλες εποχές; Λες και, αν είναι η μέρα λίγο μεγαλύτερη, χάνονται και οι μάχες που πρέπει να δίνουμε καθημερινά. Αν ο ήλιος μας κοιτάζει πιο πολύ, οι ελπίδες μεγαλώνουν και το χάος μικραίνει, χάνεται. Αν ο αέρας είναι πιο ζεστός, γλυκαίνει η γεύση που έχουν τα λόγια μας. Και αν βρέξουμε τα κορμιά μας με αλμυρό νερό, πλένονται και όσα κουβαλάμε. Αστείο δεν είναι; Και δε μιλάω για το καλοκαίρι…
Περιμένεις μια εποχή για να σου δώσει πνοή. Περιμένεις κάτι να γίνει πιο ζεστό, πιο φωτεινό, πιο βατό στα μάτια σου για να το περπατήσεις. Περιμένεις το φως να μένει παραπάνω για να κρύβει το σκοτάδι. Ποιο σκοτάδι; Αυτό που βρίσκεται μέσα μας; Αυτό δεν μπορεί να το διώξει μια συνθήκη βγαλμένη από τη φύση. Αυτό είναι δικό σου. Περιμένεις κάτι που σου μοιάζει πιο χαρούμενο, για να πας και εσύ μαζί του. Περιμένεις ο κόσμος να βάλει κάτω από το χαλάκι του τον μπελά του, τα προβλήματά του και να κοιτάζει αθόρυβα από την άλλη μεριά. Περιμένεις από κάπου αλλού να γίνουν πράγματα όμορφα. Περιμένεις να μπει το ξυπνητήρι στη σίγαση.
Ξέρεις, αυτό είναι κάτι που κάνουμε για να αποφύγουμε για λίγο το βάρος των ευθυνών μας. Αυτό το βάρος που μιλάει για αλλαγές, φέρνει αποφάσεις, ήχους που πρέπει να ακουστούν, χωρισμούς και νέες ενώσεις. Κανείς δε θέλει να κουνιέται από τη θέση του, ας είμαστε ειλικρινείς. Όταν όλα μπαίνουν στον αυτόματο πιλότο, μοιάζουν να είναι ιδανικά. Πόσο ιδανικό, όμως, είναι κάτι που απλά είναι βολικό;
Μια λέξη ταιριάζει εδώ. Δεν τη λέμε, δεν τη σκεφτόμαστε, γιατί θεωρούμε πως, αν δεν την πει κανείς, δεν υπάρχει. Όμως τη βιώνεις. Εγκλωβισμός. Σε βάζεις σε ένα μέρος που τις αποφάσεις τις παίρνει για σένα η ζωή. Λες στον εαυτό σου πως «αυτό είναι» και ξεχνάς πως υπάρχει χαρά και αλλού. Ξεχνάς πως την ευτυχία σου πρέπει να τη φτιάξεις εσύ και αφήνεσαι σε μία άλλη συνθήκη, γιατί μοιάζει πιο εύκολο. Ο δρόμος που είναι ήδη στρωμένος είναι πιο άνετος, άλλωστε. Τον έχουν περπατήσει πολλοί και εσύ τώρα μπορείς και να τρέξεις.
Αυτός ο κύκλος της βολικότητας του καλοκαιριού πρέπει να σπάσει κάποια στιγμή. Ίσως να πονάνε τα ξεκαθαρίσματα, μάτια μου, πονάει και η αυτοκριτική. Δεν είναι εύκολο να μπαίνεις στη διαδικασία να αναγνωρίζεις τι λειτουργεί και τι όχι. Είναι σαν να παραδέχεσαι τα λάθη που εσύ νόμιζες δε θα έκανες ποτέ. Παραδέχεσαι πως έπαιξες και ίσως έχασες. Αναγκάζεσαι να σκύψεις το κεφάλι και να κοιτάξεις την πορεία σου μέχρι εδώ κατάματα. Τι αποφάσεις έχεις πάρει; Πού βρίσκεσαι; Γιατί; Τι θέλεις από τη ζωή σου; Αυτές είναι οι ερωτήσεις που οφείλεις στον εαυτό σου να σου κάνεις. Σου το χρωστάς!
Να παίρνεις τη ζωή σου στα χέρια σου. Μην περιμένεις άλλο. Μην περιμένεις τη συνθήκη, την κατάλληλη στιγμή, ένα «όχι» κάποιου άλλου ή το «ναι» του κόσμου για να νιώθεις ζωντανός. Οι στόχοι σου, οι λόγοι σου, τα λάθη σου, οι ελπίδες και τα όνειρα είναι όλα δικά σου. Ήρθε η ώρα να τα κάνεις. Όσο κάθεσαι στον ήλιο, άλλωστε, καίγεσαι. Κάηκες. Αρκετά.
