Αμνησία.

Πώς το λένε αυτό που θέλεις να τα ξεχάσεις όλα; Να μην μπορείς στη θύμησή σου να επαναφέρεις τίποτα. Δε με νοιάζει να ξέρω ποια είμαι, τι κάνω, πού πάω. Μόνο να ξεχάσω θέλω. Δε γίνεται ε; Και τι δεν θα ‘δινα για να γινόταν.
Να ξεθωριάσεις, θέλω, μέσα μου.

Για πρώτη φορά να βάλω ένα μεγάλο τέλος, με κεφαλαία γράμματα, να το γράψω στους τοίχους του σπιτιού μου, στο αμάξι, στη δουλειά μου. Πρώτη φορά να σταματήσω όσα νιώθω.

Με ρωτάς αν υπάρχουν στον έρωτα όρια. Θα σου φωνάξω ναι, υπάρχουν. Δεν ξαναβουτάω με το κεφάλι – πώς το λένε; Για κανέναν. Δεν σου άξιζε τίποτα. Διάβασέ άλλη μία: τίποτα. Δεν σου άξιζε η ειλικρίνεια που σου έδειξα. Πρέπει να βγεις επιτέλους από μέσα μου, να τελειώσει όλο αυτό. Γίνε λίγο ακόμα σκάρτος, μπορείς, έτσι να δικαιολογώ στον εαυτό μου ότι δεν αξίζεις τίποτα. 

Βγες από τις φλέβες μου, βγες από τα όνειρα που έκανα για μας.
Βγες από την κρεβατοκάμαρα μας.
Βγες από τη ζωή μου και κλείσε και την πόρτα. Και μην τολμήσεις να ξαναχτυπήσεις γιατί με φοβάμαι. Με φοβάμαι πολύ, αλήθεια σου λέω.

Δε μου αξίζει όλο αυτό και το ξέρω. Αλλά εισβάλλεις στην καθημερινότητά μου και στη ζωή μου με τέτοιο τρόπο που δεν μπορώ να σε βγάλω.
Έρωτας, φίλε μου, δεν είναι να μη μ ‘έχεις. Έρωτας δεν είναι να σε μοιράζομαι. Έρωτας δεν είναι να μ ‘αγαπάς ακίνδυνα. Έρωτας είναι να μ ‘αγαπάς με όλο τον κίνδυνο. Ο δικός μου ο έρωτας είναι απαιτητικός και πεισματάρης. 
Αντέχεις την αλήθεια; Βγες, σου λέω.

Βαρέθηκα να φοβάμαι τι σκέφτεσαι. Βαρέθηκα να φοβάμαι μη σε χάσω απ’ τη ζωή μου. Βαρέθηκα να κοιμάμαι και να ξυπνάω και να ‘σαι η τελευταία μου σκέψη. Βαρέθηκα να θέλω να σε προσέχω και από μακριά. Βαρέθηκα οι σκέψεις μου να με τρομάζουν περισσότερο από αυτά που συμβαίνουν ήδη γύρω μου. Βαρέθηκα να ασκείς εξουσία πάνω μου και να το παραδέχομαι. Βαρέθηκα να θέλω τόσο να είσαι ο άνθρωπός μου. Βαρέθηκα να νομίζω ότι ζητάω πολλά, αλλά στην πραγματικότητα εσύ να είσαι για λίγα. Βαρέθηκα να περιμένω ένα κάτι από ένα τεράστιο τίποτα.

Σου φαίνεται παράλογο, ίσως κι αρρωστημένο, το παραδέχομαι. Κάναμε τα πάντα για να το αποφύγουμε αλλά είμαι ανήμπορη χωρίς καμία αυτοσυγκράτηση, καμία κυριαρχία, κανέναν έλεγχο απέναντί σου. Με στενοχώρησες, με θύμωσες και με απογοήτευσες.
Αναμένω κι υπομένω κι ύστερα παίρνω το δρόμο μου ξανά. Ξεχνώ και προσπερνώ.
Στο τέλος νοσταλγώ και πάλι σ ‘αγαπώ και συνεχίζω.

Ως εδώ όμως. Κουράστηκα. Πρέπει να μάθεις να φεύγεις, να βάζεις τέλος και να το εννοείς. Οι απώλειες στη ζωή μάς είναι αναγκαίες. Να μάθουμε να βιώνουμε τον πόνο. Να αδειάζουμε για να έχουμε τη δυνατότητα να ξαναγεμίσουμε. Να αφήσουμε για να μπορέσουμε να ξαναπάρουμε.

Ξέρεις τι;
Θα τα κρατάω όλα για πάρτη μου. Δε χαραμίζω πλέον την καρδιά μου, δεν ξοδεύομαι και δε σκορπίζομαι άλλο. Διεκδίκησα κι εκτέθηκα αλλά δε με νοιάζει, δεκάρα δε δίνω.
Βγες και σου υπόσχομαι ότι θα με σκέφτεσαι και να λες, «τι έκανα ο μαλάκας.»

 

Συντάκτης: Άννα-Μαρία Μαρίνου