%ce%b4%cf%89%cf%86%ce%b3%ce%b7%ce%ba

Πόσο ωραίο να τη δαγκώνεις τη λαμαρίνα ε; Να λες επιτέλους, βρέθηκε άνθρωπος να μου κινήσει το ενδιαφέρον, πάμε με τα χίλια. Όλα μαγικά ως εδώ. Στην περίπτωση που το άτομο έριξε τα μάτια του, όχι πάνω σου, αλλά στο κολλητάρι σου, πόσα εγκεφαλικά χρειάζονται για να το συνειδητοποιήσεις; Όχι να το δεχτείς, αυτό είναι άλλο κεφάλαιο, πολύ εκλεπτυσμένο για τα γούστα μας. Πώς χειρίζεται κανείς ένα χαστούκι ζωής που έρχεται ένα συν ένα δώρο; Και ερωτική απόρριψη και φίλος ανάμεσα. Δύσκολα θα πω, αλλά έχει και συνέχεια.

Αρχικά. ας είμαστε ειλικρινείς: αυτές οι μαλακίες που λέμε δεξιά κι αριστερά πως η φιλία υπερέχει όλων των άλλων, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, λειτουργεί σαν τη γαργάρα που βοηθάει να χωνέψεις τη χυλόπιτα που σου σέρβιραν. Προφανώς κι αγαπάς τον κολλητό ή την κολλητή σου, αλλά εδώ πρόκειται για το αθάνατο «τι παραπάνω να έχεις εσύ από μένα;» Αυτή την αιώνια απορία που ξεφυτρώνει στο κεφάλι σου και το θολώνει. Νευριάζεις, ζηλεύεις κι η άνεση που έχει επιφέρει ο χρόνος κι η οικειότητα της φιλίας, σε ωθούν ν’ ανοίξεις το κεφάλι του φίλου σου αν όχι στα τέσσερα, σίγουρα στα δύο. Κι αυτό απλώς για να κοπάσουν τα πρώτα νεύρα, τα κατάλοιπα της επιλογής που δυστυχώς σε βρίσκει δεύτερο και καταϊδρωμένο. Ασχέτως αν πράγματι ο κολλητός σου φέρει ευθύνη, τα βέλη σου φανερά και μη, θα τα δεχτεί.

 

 

Στο ζουμί όμως τώρα: Πώς διαχειρίζεσαι μια τέτοια καυτή πατάτα στην πράξη; Φωνάζεις, τα κάνεις γυαλιά καρφιά, μπαίνεις ανάμεσα; Τι είναι αρκετό για να σώσει μια φιλία, αλλά κι έναν εγωισμό παράλληλα, που δεν αξίζει να τσαλαπατηθεί μέσα σε ένα «δεν πειράζει, ας κάνω πίσω εγώ»; Νομίζω πως όλοι όσοι έχουν βρεθεί σ’ αυτή τη -βαθιά χωμένη στα σκατά- θέση, ονειρεύονται κάτι παρόμοιο. Γι’ αρχή, να πουν αυτό που πραγματικά σκέφτονται. Πόσο τους πειράζει που ο Βαγγέλης  ή η Άννα, δεν γουστάρουν τους ίδιους, όσο διακαώς θα ήθελαν. Τι τη θες την ανωτερότητα αν είναι γυρνώντας σπίτι να μαυρίσεις από το κακό σου σαν την άδικη κατάρα; Στο κάτω-κάτω ποιος τη χέζει την ανωτερότητα; Την υπόληψη, την ιδέα δηλαδή πως δε βγαίνεις και μαλάκας, εκτός από πληγωμένος, μόνο η ειλικρίνεια μπορεί κάπως να τη σώσει. Όπως απαιτούμε άτυπα, οι φίλοι μας να δέχονται τα στραβά μας χωρίς να λένε πολλά-πολλά, πρέπει να πιέζουμε τον εαυτό μας να αντιδρά αυθόρμητα, δίχως ντροπές και κατινίστικα τριπάκια για να μη φανούμε καραγκιόζηδες.

Δεν είναι από τα πιο τραγικά που μπορεί να συμβούν μέσα σε μια φιλία, αρκεί να έχουμε το θάρρος να παραδεχτούμε πως αποτελεί σενάριο που καλώς ή κακώς η ζήλια μπορεί να τριπώσει και μάλιστα σε ρόλο καίριο. Εδώ καμιά φορά ζηλεύεις αν το κολλητάρι σου πετύχει σχέση κι εσύ μείνεις μπακούρι, θα μείνεις χαλαρός αν το crash στραφεί στον ίδιο σου τον φίλο; Όσο και να θέλαμε να είναι αλήθεια, για ν’ αποφύγουμε δράματα, άβολες συζητήσεις και νεύρα, αυτό δεν ισχύει. Πολύ απλά γιατί τα ανθρώπινα συναισθήματα είναι λιγότερο πολύπλοκα απ’ όσο θα μας βόλευε. Ναι, τα μαλακισμένα. Άπαξ και τσιμπηθείς με κάποιον, η απόρριψη σε τσούζει. Αν αυτός ο κάποιος κοιτάξει αλλού, θες να του βγάλεις τα μάτια. Τώρα, αν αυτά τα μάτια ανήκουν στο φιλαράκι σου, ε ναι, πονάει λιγάκι παραπάνω, γιατί η πικρία σου συνοδεύεται από ενοχές ή ντροπή.

Τα συμπεράσματα, δύναται να γίνουν πιο απλά. Οι φιλίες βάλλονται καθημερινά από πολλές δοκιμασίες κι αν θέλουμε να λέμε πως τις προστατεύουμε, έχουμε χρέος να τις βάζουμε ψηλά στην ιεραρχία των αξιών μας. Από την άλλη, ο έρωτας είναι ένα κομμάτι μη εξαιρετέο, που μας δημιουργεί ένστικτα πολύ πιο κτητικά κι απόλυτα. Κι εν συνεχεία, πολύ πιο δύσκολο να μπουν σε καλούπια και να γίνουν διαχειρίσιμα. Όποια κι αν είναι η τελική αντίδραση απέναντι στον έρωτα που μπαίνει ανάμεσα σε δυο φίλους, είτε υποχωρήσεις, είτε τα σπάσεις όλα, είτε το κάνεις σκηνικό για τα παρατράγουδα, η ουσία δεν αλλάζει.

Να επικοινωνούμε την σκέψη μας όπως μπορούμε, αρκεί ν’ αφήνουμε πίσω τους θεατρινισμούς και τα φαίνεσθαι. Για να κλείσω μ’ ένα ερώτημα κι ας κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου: τα γκομενικά είναι ένα πηγάδι χωρίς πάτο, οι φιλίες όμως; Θα σώζονται πάντα, από όλες τις κακοτοπιές που μπορεί να έρθουν; Τις απαντήσεις, τις αφήνω πάνω σου.

Συντάκτης: Αλίκη Μουσμούλα
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου