Η επικαιρότητα των ημερών έχει στραφεί ξανά στο έγκλημα των Τεμπών, ενώ θα τολμήσω να πω πως ίσως για πρώτη φορά μετά από έναν χρόνο, βλέπουμε πιο σκληρή κριτική και προσπάθεια καταπολέμησης της συγκάλυψης συνολικά από την κοινωνία. Στην τριήμερη συζήτηση που γίνεται λοιπόν στη Βουλή σχετικά με την πρόταση δυσπιστίας, είχαμε και την ομιλία του Κώστα Καραμανλή, ο οποίος είπε πολλά κι ενδιαφέροντα στο βήμα.

Κατέθεσε λοιπόν τις δικές του θέσεις περί ευθυνών, πολιτικής υπευθυνότητας και διαφάνειας προς τους πολίτες. Μάλιστα, ξεκίνησε λέγοντας πως σέβεται τη μνήμη των 57 θυμάτων στα Τέμπη, ενώ με βεβαιότητα είπε πως δεν υπήρχε κανένας σε εκείνη την αίθουσα, που να θέλει περισσότερο από τον ίδιο να πέσει φως στην υπόθεση. Ένας λόγος δεκαοκτώ λεπτών, βασανιστικός κι εξοργιστικός για την κοινή λογική. Ένας λόγος που δυστυχώς δεν κατάφερε να πείσει και πολλούς.

 



 

Ο υπουργός που οκτώ μέρες πριν την τραγωδία, είχε δηλώσει πως «διασφαλίζουμε την ασφάλεια», χθες βράδυ είπε με ευκολία πως αν υπάρχουν ευθύνες που τον βαραίνουν είναι εκεί να τις αναλάβει- άλλωστε δεν κρύφτηκε ποτέ. Το βασικό επιχείρημα που ακολούθησε ως γραμμή ο κύριος Καραμανλής ήταν πως το δυστύχημα «γίνεται καθημερινά αντικείμενο μικροκομματικής εκμετάλλευσης». Με άλλα λόγια, μια Βουλή ολόκληρη έχει βγάλει σπαθιά όχι γιατί πάνε να καλύψουν ένα έγκλημα που θορύβησε και την Ευρώπη ακόμα, αλλά θέλει η αντιπολίτευση να παίξει παιχνίδια πάνω στα θύματα. «Μιλάτε για συγκάλυψη, ενώ παραιτήθηκα αμέσως», ανέφερε έπειτα, θέλοντας να ξεκαθαρίσει πως ό,τι ήταν απαιτητό έγινε από πλευράς του. Κι ας μην ήξερε ότι δεν πολυ-διασφαλίζει την ασφάλεια. Κι ας κατέβηκε ξανά στις εκλογές δυο μήνες και κάτι μετά. Κι ας υπήρξε στην εξεταστική επιτροπή είρων και αόριστος στις δηλώσεις του, πέφτοντας σε αντιφάσεις.

 



 

Η ανάληψη πολιτικής ευθύνης σε μια χώρα που η δικαιοσύνη λειτουργεί με αναλαμπές, ισοδυναμεί απλώς με την παραίτηση του εκάστοτε υπουργού του οποίου οι παραλείψεις οδηγούν σε εγκλήματα και κάνουν έναν λαό να σιχαίνεται τον τόπο που ζει. Η επιθυμία να μη μείνει κανένα ερώτημα αναπάντητο στην υπόθεση, όπως ακούσαμε από τον Κύριο Καραμανλή, ταυτίζεται με το μπάζωμα χώρου εγκλήματος, την επανεκλογή του ως βουλευτή Σερρών και την προώθηση του μηνύματος πως τα Τέμπη κρίθηκαν στις εκλογές;

 



 

Η χώρα παρακολούθησε ένα θέατρο προσβλητικό, μια άρνηση ευθύνης που έγινε μπαλάκι σε γήπεδο «εμείς τα κάναμε μια χαρά, εσείς τα αφήσατε όλα μπάχαλο» και πάει λέγοντας. Έγινε λόγος για διαφάνεια και ρόλο θεσμικό, που επιβάλλει σεβασμό στη μνήμη νεκρών και για μια ασυλία που όπως διατυμπανίζεται δε χρησιμοποιείται σαν ασπίδα, αλλά δεν είδαμε και ποτέ καμιά πρόθεση άρνησής της. Δεν υπάρχει άλλη υπομονή γι’ αυτή τη χώρα, όμως, να ρίχνεται στα χέρια πολιτικών που παίζουν τις ζωές της ρώσικη ρουλέτα. Κι όμως, χθες αντί να δούμε μια προσπάθεια να μοιραστούν οι ευθύνες και να φύγει αυτό το μαύρο σύννεφο πάνω από τη Δημοκρατία, παίχτηκε ξανά ένα παιχνίδι που λέει πως αν καταθέτεις πρόταση δυσπιστίας προς μια κυβέρνηση είναι γιατί έχεις συμφέρον, όχι γιατί πράγματι έχει μεγάλες ευθύνες σε εγκλήματα.

 



 

Το έγκλημα αυτό δε θα ξεχαστεί, κι αυτό γιατί έγινε τόσο εμφανές πως δε μιλάμε πια για κράτος δικαίου, αλλά για κράτος κυβερνήσεων. Όλων ανεξαιρέτως. Δεν έχει σημασία αν μιλάμε για τη μια παράταξη ή την άλλη. Μιλάμε για απουσία ευθιξίας, στην τελική. Η μάνα μου έλεγε πάντα πως πρέπει να φοβάσαι και την ευχή και τον πόνο της μάνας. Κι αναρωτιέμαι, αν είναι ο φόβος τώρα που μιλάει μέσα στη Βουλή, ή η παντελής έλλειψη αυτού.

Συντάκτης: Αλίκη Μουσμούλα