Λέμε πολλές ιστορίες στον εαυτό μας για να επιβιώσει, από τότε που ήμασταν παιδιά ακόμη. Τότε που χτυπούσαμε το γόνατό μας και στρέφαμε μηχανικά το κλαμένο βλέμμα μας στη μαμά μας, μόνο για να ακούσουμε «θα περάσει, δεν είναι τίποτα, σε μια εβδομάδα ούτε θα το βλέπεις». Κάπως αργά, μια δεκαετία μετά, όταν άρχισε να μας τρώει η εμφάνισή μας, ανακαλύψαμε πως το σημάδι δεν έφυγε ποτέ, ήταν ακόμη εκεί, στα γόνατά μας.

Και τι θα πούμε στον κόσμο; Τι θα πούμε σε φίλους, συντρόφους και παιδιά; Ότι πέσαμε και χτυπήσαμε άσχημα στο πάρκο όταν ήμασταν 5, επειδή κοιτούσαμε το μπαλόνι στα χέρια ενός άλλου παιδιού;

Μια ιστορία θα φτιάξουμε, μια σπουδαία ιστορία. Και στα 5 μας η ιστορία θα έχει δράκους, ιππότες και θηρία, πλάσματα μυθικά. Στα 10 μας θα έχει αλλάξει λίγο και δε θα υπάρχει τίποτα απ’ όλα αυτά. Θα μιλάμε για κάποιο λυσσασμένο σκυλί που μας κυνήγησε ή ένα μεγαλύτερο παιδί που αντιμετωπίσαμε θαρραλέα και φυσικά νικήσαμε, θα μιλάμε για μια περιπέτεια στο σχολείο ή το πάρκο που τελείωσε με ζητωκραυγές. Στα 15 η ιστορία μας θα μοιάζει πιο πολύ με την κανονική, απλώς θα είναι λίγο πιο δραματική και θα μιλάει για αίματα και πολύ πόνο. Μετά τα 18, θα είναι απλώς η ιστορία που χτυπήσαμε το γόνατό μας ένα καλοκαίρι στο χωριό κοιτάζοντας ένα μπαλόνι. Όχι γιατί σταματήσαμε να λέμε ιστορίες -προς θεού-, αλλά γιατί βρήκαμε μια άλλη ιστορία, που αφορά σ’ άλλη πληγή, κάποια που πονάει περισσότερο.

Στα 18 έχεις πια να πεις την ιστορία ενός έρωτα, μιας φιλίας, μιας προδοσίας, δεν ασχολείσαι με μικρό-τραυματισμούς στα γόνατα. Και πολλές φορές διαστρεβλώνεις την πραγματική ιστορία χωρίς καν να προσπαθήσεις, χωρίς καν να το ξέρεις. Γιατί στο κάτω-κάτω είναι η δική σου ιστορία κι ό,τι θέλεις την κάνεις. Κι αν χρειάζεται στην ιστορία σου να λες πως ο πρώην άνθρωπός σου ήταν μ@λάκας, αυτό θα λες. Κι αν χρειαστεί να περιγράφεις τον εαυτό σου σαν άγιο για να επιβιώσεις, αυτό θα κάνεις. Θα φτιάξεις τη δική σου ιστορία για να επιβιώσεις. Κι αν χρειάζεται να ξεχάσεις τα βράδια που ακούγατε μουσική αγκαλιά και πίνατε κρασί, χαλάλι. Κι αν η δημιουργία της ιστορίας προϋποθέτει να σβήσεις ευλαβικά αγγίγματα κι υγρά φιλιά, πάει στο καλό.

 

 

Θα πεις στον εαυτό σου και στους άλλους τη δική σου ιστορία, όχι για να παραμυθιάσεις εκείνους αλλά εσένα. Όχι για να ξεγελάσεις κάποιον, αλλά για να ξεγελάσεις τον εαυτό σου. Όχι για να φέρεις το πρόσωπο στην απέναντι πλευρά σε δύσκολη θέση αλλά για να βγάλεις εσένα από εκείνη. Σε αυτήν την ιστορία θα είσαι πάντα το θύμα, μα θα παραδεχθείς και 1-2 από τα λάθη σου -όχι από μεγαλοψυχία-, έτσι για να γίνει πιο πιστευτή, για να μπορείς να πεις «Ναι έκανα κι εγώ λάθη αλλά δεν ήταν τόσο μεγάλα». Διαλέγεις την ιστορία σου, λοιπόν, διαλέγεις και τα λάθη σου, τι πιο αναμενόμενο;

Κι αφού ο θύτης και το θύμα έχουν καθοριστεί από την αρχή και σαν μαριονέτες δέχονται την αέναη κίνηση των νημάτων, κι αφού καθορίστηκαν και τα λάθη του καθενός, έρχεται η ώρα για επίκληση στο συναίσθημα. «Πόνεσα», «Με πλήγωσε», «Δεν άντεξα», λέξεις βαρύγδουπες, φράσεις κλισέ και ξύλινες και μια δήθεν υγρασία στα μάτια αρκούν. Οι ακροατές αποφάσισαν.

Κι εσύ πεπεισμένος πια πως έχεις δίκιο -εφόσον συμφώνησε και το ακρωτήριο-, συνεχίζεις να διηγείσαι καθημερινά, με κάθε ευκαιρία, την ιστορία σου στον εαυτό σου. Μέχρι που πείθεσαι κι εσύ και γίνεται όντως πραγματικότητα για σένα. Έχεις υφάνει με τόση μαεστρία την ιστορία σου που κάθε νήμα -κάθε μαριονέτας-, της ιστορίας σου, πιστεύει σ’ αυτή, και πλέον κι εσύ μαζί.

Και καμία φορά ίσως όλο αυτό το καλά παραμορφωμένο ψέμα να είναι καλή ιδέα. Γιατί όντως χρειαζόμαστε μια καλή ιστορία για να επιβιώσουμε, μια καλή ιστορία για να διηγηθούμε. Τη χρειαζόμαστε για να μπορούμε να πάμε παρακάτω, να σβήσουμε όσα μας πόνεσαν, να μνημονεύσουμε όσους μας αγάπησαν, να ξεχάσουμε εκείνους που έφυγαν.

Κι οι ιστορίες αυτές πέρα από ψεύτικες είναι πέρα για πέρα δικές μας, είναι κομμάτι μας. Λένε μικρότερες και μεγαλύτερες ιστορίες για το ποιοι και ποιες είμαστε, διηγούνται τη ζωή μας, τα τραύματά μας, τα ψυχολογικά μας, όσα πάνω μας είναι ευλογία κι όσα είναι κατάρα. Κι αυτό ακόμα και μια ευτελής παραποίηση δεν μπορεί να το αλλάξει.

Όπως και να έχει όμως, πρέπει να προσέχουμε ποιες ιστορίες κάνουμε δικές μας και σε τι σενάρια και σκηνοθεσίες βασιζόμαστε για να επιβιώσουμε, δε θα κάνει κάθε ιστορία τη δουλειά της. Μερικές ιστορίες είναι απλώς ένα ψέμα και μερικές άλλες μια απελπισμένη κραυγή για βοήθεια. Οι ιστορίες επιβίωσης, όμως, έχουν κάτι πιο βαθύ.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Ζηνοβία Τσαρτσίδου