Γράφει η ψυχολόγος Μάρω Μπέλλου.

Πώς μπορώ να καταλάβω αν η σχέση στην οποία βρίσκομαι στο παρόν ή ακόμα και οι προηγούμενες σχέσεις μου είναι σχέσεις που βασίζονται στον εθισμό;
Παρακάτω παρουσιάζονται κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των σχέσεων εθισμού με σκοπό να μπορεί καθένας να τις διακρίνει ξεκάθαρα και να αποφασίζει στην συνέχεια αν θα τις επιλέξει.

Το πρώτο σημάδι είναι να μπορώ να παρατηρώ πώς μαζί με τον παρτενέρ μπαίνουμε στην σχέση.
Μία σχέση εθισμού έχει συχνά ως αφετηρία, τον διακαή πόθο να βρεθεί οπωσδήποτε «κάποιος να αγαπήσω, ή και να με αγαπήσει».
Κι όταν αυτή η σκέψη γίνεται εμμονή αισθάνομαι πως η ζωή μου δίχως αυτήν είναι μια ζωή δίχως νόημα. Αυτό, δηλαδή, που δίνει νόημα στην ύπαρξή μου είναι να είμαι με κάποιον/α.

Ψάχνω για το άλλο μου μισό, καθώς εγώ δεν είμαι ολόκληρος/η.
Έχω μία σχέση άρα υπάρχω.
Δεν είναι η περίπτωση που απλά προτιμώ να είμαι μέρος ενός ζευγαριού.
Είναι κάτι παραπάνω: πρόκειται για ανάγκη.

Και όταν πρόκειται για ανάγκη αναζητούμε και οι δύο την άμεση ικανοποίηση.
Λείπει, δηλαδή, η εγκαρτέρηση για την ευχαρίστηση που εκπληρώνεται σε βάθος χρόνου, έτσι ώστε η σχέση να αναπτύσσεται βήμα προς βήμα.
Η ανάγκη μας κάνει να συμπεριφερόμαστε σαν δύο «πεινασμένοι» μέσα στην σχέση, όπως όταν ο ένας ασκεί στον άλλον παρτενέρ πίεση για σεξ ή δέσμευση.
Έτσι, έχουμε αποκλείσει από τον ορίζοντα της σχέσης την ελευθερία επιλογής.

Σε μία σχέση εθισμού απουσιάζει η αμοιβαιότητα.
Μαθαίνουμε να συνδεόμαστε μεταξύ μας με όρους εξουσίας.
Αυτό που ενδιαφέρει έκαστο παρτενέρ είναι να έχει ολοκληρωτικά τον έλεγχο.
Ο συμβιβασμός, η διαπραγμάτευση και εναλλαγές στην πρωτοβουλία αποτελούν έναν άγνωστο κώδικα. Όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά επικρατεί ο κανόνας της σιωπής.

Τότε είναι που αποφεύγουμε να μοιραζόμαστε επιθυμίες και συναισθήματα.
Η εκτίμηση που τρέφει έκαστος παρτενέρ συγκαλύπτεται από φύλο συκής.
Η ευθύτητα είναι απαγορευμένη ζώνη.
Μαθαίνουμε να σχετιζόμαστε μέσα από την χειραγώγηση του άλλου.

Σε μία σχέση εθισμού δεν υπάρχει εμπιστοσύνη.
Προσπαθούμε να καλουπώσουμε ο ένας τον άλλον, ο καθένας με βάση τα δικά του μέτρα και σταθμά. Με αυτόν τον τρόπο, τρέφεται αμοιβαία η προσδοκία ότι ο ένας θα διορθώσει ή θα σώσει τον άλλον. Τα προβλήματα και τα αισθήματα του άλλου παρτενέρ γίνονται εμμονή.

Ο κλοιός γίνεται τόσο στενός, ώστε να στενεύει και ο δρόμος έκαστου παρτενέρ να αναπτυχθεί με γνώμονα την θεμελιώδη φύση του. Αυτή είναι μία συνταγή για να είμαστε μεταξύ μας ασφυκτικά κοντά και να μην αφήνουμε την σχέση να «αναπνεύσει».

Ψάχνω για το άλλο μου μισό
Σε μία σχέση εθισμού αυτό που ξέρουμε αμφότεροι πολύ καλά να κάνουμε είναι να πετάμε στον άλλον το μπαλάκι της ευθύνης για τα προβλήματα που παρουσιάζονται.

Δεν επιλύουμε μαζί τα προβλήματα.
Αυτό που αρκεί και στους δύο είναι να διαμαρτυρόμαστε για τα «στραβά» του άλλου γιατί έτσι επιβεβαιώνεται ο καθένας ότι έχει δίκιο.
Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο τον καθένα είναι να δικαιωθεί, παρά να συμφωνηθεί από κοινού μία λύση για την αντιμετώπιση δυσκολιών.

Σε μία σχέση εθισμού αποφεύγουμε και οι δύο το δυσάρεστο και να αντιμετωπίσουμε μαζί όλες τις πλευρές της πραγματικότητας.

Θέλουμε να συνυπάρχουμε μόνο όταν ικανοποιούνται οι ανάγκες.
Και σε μία σχέση εθισμού συμβαίνει συχνά, το πηγάδι των αναγκών να είναι αρκετά βαθύ. Τόσο που όταν έντρομοι δεν βλέπουμε τον πάτο σηκώνουμε την άγκυρα για το επόμενο λιμάνι όπου θα στεριώσουν οι ανάγκες αυτές.
Και πριν το πλοίο σαλπάρει για άλλες «στεριές» μήπως είμαστε το ίδιο πεινασμένοι με όταν πρωτομπήκαμε σε αυτήν την σχέση;
Ή αγκυροβολούμε σε μια σχέση που αντί να αλλάζει διαρκώς μένει πάντα η ίδια;

via