Ντρινγκκκκ! Ώρα 7:15. Σε ξυπνάει το ξυπνητήρι. Αυτή, άλλωστε, είναι η δουλειά του. Κοιτάς γύρω σου και δε βλέπεις φως από πουθενά. «Ούτε ο ήλιος δε θα ’χει χαράξει», σκέφτεσαι. Κι όμως, παρά τις όποιες αντιρρήσεις σου και την ανημπόρια που σε διακρίνει, βγαίνεις από τις ζεστές σου τις κουβέρτες και σηκώνεσαι. Σηκώνεσαι και αρχίζεις να τρέχεις μαραθώνιο.
Τρέχεις να προλάβεις. Θες να ντυθείς, να πλυθείς, να μακιγιαριστείς — να γίνεις άνθρωπος, ρε ’συ. Πώς θα παρουσιαστείς στη δουλειά; Με τις πιτζάμες και το ξεραμένο σαλάκι στο μάγουλο; Όχι, βέβαια. Καλλωπίστηκες. Έβαλες τη ζακέτα σου την αγαπημένη — εκείνη που θέλει πλύσιμο, όμως δεν τη βάζεις στο πλυντήριο, γιατί δεν έχεις άλλη. Πήρες το τζιν σου από τα ασιδέρωτα, γιατί ποιος σιδερώνει σήμερα τα τζιν; Έβαψες τα χείλη σου με κοκκινάδια και κατευθύνθηκες προς την κουζίνα για να πιεις τον πρώτο σου καφέ και να ισιώσεις.
Αμ δε! Λίγο η νύστα σου και λίγο (πολύ!) η ατσαλοσύνη σου δε σου επέτρεψαν να απολαύσεις το θεϊκό αυτό ζουμί. Γιατί εκεί που έφτιαχνες τον ζεστό σου καφεδάκο, τον έχυσες. Τον έχυσες και λέρωσες με τη σειρά την κουζίνα, το πάτωμα, τη ζακέτα (ω, θεοί!) και τα μποτάκια σου. Βρίζεις, αναθεματίζεις, σιχτιρίζεις και καταριέσαι την τύχη σου. Πώς γίνεται να σου συμβαίνουν όλα αυτά, βρε αδερφέ; Γιατί να μην είχες γεννηθεί πλούσιος, να κοιμάσαι μέχρι τις 12 και να σου σερβίρουν τον καφέ; Να έχεις, τέλος πάντων, έναν άνθρωπο να καθαρίζει τις πρωινές σου καταστροφές κι εσύ να ασχολείσαι με τα σημαντικά. Με το αν θα πας για τένις ή για πιλάτες, ας πούμε. Ή για ιππασία — είναι πιο της μόδας τώρα τελευταία.
Αλλά όχι. Εσύ πρέπει να καθαρίσεις τον καφέ, να αλλάξεις ζακέτα, να σκουπίσεις τα μποτάκια και να φύγεις τρέχοντας, γιατί σε είκοσι λεπτά πρέπει να βρίσκεσαι στη δουλειά. Ποια δουλειά; Εκείνη, καλέ, στην οποία αφιερώνεσαι ψυχή τε και σώματι για 8 (τουλάχιστον) ώρες κάθε μέρα. Έλα, μην κοντοστέκεσαι. Ώρα να πηγαίνεις. Έτσι, λοιπόν, κάπου ανάμεσα στα κατακάθια του καφέ, τα νεύρα και τις υποχρεώσεις σου, θα ήθελα να σου μιλήσω για τη δύναμη. Όχι αυτή που φαντάζεσαι. Δεν θα σου πω να σηκωθείς στις πέντε το πρωί, να κάνεις διαλογισμό, να πιεις χλιαρό νερό με λεμόνι και να ευγνωμονείς το σύμπαν που σε δοκιμάζει.
Θα σου μιλήσω για τα τέσσερα εκείνα συναισθήματα που —σύμφωνα με τους ειδικούς— χρειάζεται να τα καλλιεργήσεις, ώστε να σταθείς λίγο καλύτερα στα πόδια σου. Ακόμη κι όταν το πρωί σου ξεκινάει με έναν καφέ στο πάτωμα.
Συναίσθημα νούμερο 1: Ευγνωμοσύνη
Ναι, ξέρω. Θες να με βρίσεις. Τι ευγνωμοσύνη να νιώσεις το πρωί που ξυπνάς και τρέχεις πανικόβλητος να πας σε μια δουλειά που δεν σου αρέσει και δεν σου προσφέρει ούτε έναν μισθό της προκοπής; Άνθρωπος είσαι.
Όμως, ευγνωμοσύνη δεν σημαίνει πως πρέπει να είσαι ευτυχισμένος με όλα. Ούτε πως απαγορεύεται να θέλεις και να ονειρεύεσαι μία καλύτερη ζωή. Το τελευταίο, άλλωστε, είναι μία σύγχρονη επιταγή. Ευγνωμοσύνη σημαίνει, μέσα στην αναμπουμπούλα της καθημερινότητας και τις δυσκολίες με τις οποίες αναμετριέσαι συνεχώς, να μπορείς να αναγνωρίζεις και όλα όσα δεν πάνε στραβά.
Έχεις μια δουλειά που, ακόμη κι αν σε κάνει να μετράς αντίστροφα μέχρι την Παρασκευή από το πρωί της Δευτέρας (μη σου πω από την Κυριακή το βράδυ), σου επιτρέπει να πληρώνεις τους λογαριασμούς σου. Έχεις έναν άνθρωπο που θα σε ακούσει να διηγείσαι για δέκατη φορά την ίδια ιστορία και θα κάνει πως δεν την ξέρει. Έχεις ένα σπίτι να επιστρέψεις, ένα κρεβάτι να χουχουλιάσεις και να κοιμηθείς και, αν είσαι τυχερός, κάποιον να σε ρωτήσει αν έφαγες.
Ναι, ξέρω. Κουνάς το κεφάλι σου και διαβάζεις αυτές τις λέξεις με το ένα φρύδι ανασηκωμένο. Όμως, αγαπητέ αναγνώστη, αυτά δεν είναι λίγα. Συνιστούν την ικανή —και αναγκαία— εκείνη συνθήκη που μας επιτρέπει να βιώνουμε τη ζωή και όχι απλά να τη ζούμε.
Έχει σημαίνουσα αξία να αναγνωρίζεις καθημερινά όλα όσα έχεις. Μη στέκεσαι σε εκείνα που δεν έχεις. Ξέρεις, οι άνθρωποι ηδονιζόμαστε πραγματικά με το να μετράμε τα προβλήματά μας. Δεν υπολογίζουμε την ευτυχία μας. Λάθος. Λάθος αρχής.
Ξεκίνα να απαριθμείς εκείνα που σε συγκινούν, σε παρακινούν, σε τροφοδοτούν, σε χαλαρώνουν και σε γεμίζουν ευτυχία κάθε μέρα. Θα εκπλαγείς με το αποτέλεσμα. Υπόσχομαι.
Συναίσθημα νούμερο 2: Εκτίμηση
Μεταξύ μας, είμαστε λίγο αχάριστα πλάσματα οι άνθρωποι. Όχι πάντα από κακία. Από συνήθεια, κυρίως. Συνηθίζουμε τους ανθρώπους μας, τις μικρές τους φροντίδες, το γεγονός ότι κάποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο όταν τον χρειαστούμε. Συνηθίζουμε να υπάρχει ένας άνθρωπος που μας περιμένει, που θυμάται πώς πίνουμε τον καφέ μας, που καταλαβαίνει από το «καλά είμαι» μας ότι δεν είμαστε καθόλου καλά.
Και επειδή τα έχουμε συνηθίσει, ξεχνάμε πως τίποτα από αυτά δεν είναι αυτονόητο.
Δεν χρειάζεται να χάσεις κάποιον για να καταλάβεις τι σήμαινε για σένα. Δεν χρειάζεται να πάψεις να έχεις έναν άνθρωπο δίπλα σου για να θυμηθείς πόσες φορές στάθηκε στο πλευρό σου.
Πες το ευχαριστώ σου. Δείξε την εκτίμησή σου. Όχι με ανθοδέσμες και δωράκια μια φορά το εξάμηνο. Με λογάκια. Τα λόγια, παιδιά, κάνουν θαύματα. «Δεν υπάρχει έρωτας χωρίς δήλωση του έρωτα», έλεγε ο Ρίλκε — αυτός ο πανέμορφος νέος.
Πείτε στους ανθρώπους σας ένα ευχαριστώ. Δείξτε τους την εκτίμησή σας. Αναγνωρίστε τους.
Συναίσθημα νούμερο 3: Αγάπη
Αχ, επέστη καιρός της αυτολατρείας. Ποιος τολμά να μιλήσει σήμερα για την αγάπη, αν δεν είναι επαγγελματίας ιεροκήρυκας ή γκουρού; Ούτε στις μικρές ώρες του μεθυσιού. Μόνο στο ντιβάνι του ψυχοθεραπευτή, σαν φτάσουμε ραγισμένοι, κλαίμε και ικετεύουμε η αγάπη να μας τυλίξει ξανά. Γιατί χωρίς την αγάπη γινόμαστε εγωιστές, απόμακροι, επιφυλακτικοί και ανασφαλείς. Και το ξέρουμε και εμείς —συνειδητά ή ανομολόγητα— ότι αυτός μας ο εαυτός —εκείνος που δεν αγαπά κανέναν και τίποτα— δεν μας αρέσει.
Είναι ανάγκη να καλλιεργήσουμε μέσα μας την αγάπη. Να αγαπήσουμε τους ανθρώπους, τη ζωή, τον εαυτό μας. Η αγάπη δεν μας κάνει αδύναμους. Αλλά κι αν μας κάνει, χαλάλι της.
Συναίσθημα νούμερο 4: Συμπόνια
Εδώ, φιλαράκο, πρόσεχε. Μην μπερδευτείς. Συμπόνια δεν είναι η λύπηση. Δεν είναι να βλέπεις έναν άνθρωπο και να κουνάς το κεφάλι σου λέγοντας: «Αχ, τον καημένο». Καημένος δεν είναι κανένας. Παρεκτός αν ο ίδιος το αποφασίσει για τον εαυτό του.
Συμπόνια είναι να θυμάσαι πως δεν ξέρεις πάντα τι περνάει ο άνθρωπος που έχεις απέναντί σου. Ο συνάδελφος που σου μίλησε απότομα μπορεί να έχει περάσει μια νύχτα στο νοσοκομείο. Ο άνθρωπος που δεν σου χαμογέλασε στον δρόμο μπορεί να παλεύει με κάτι που δεν θα μάθεις ποτέ. Κι εκείνος που έκανε ένα λάθος μπορεί να προσπαθεί να κρατήσει όρθια τόσα πράγματα, που το τελευταίο που χρειάζεται είναι κάποιος να του υπενθυμίσει πόσο ανεπαρκής είναι.
Συμπόνια σημαίνει να προσπαθείς, πριν να βγάλεις το συμπέρασμά σου για έναν άνθρωπο, να αφήνεις ένα μικρό περιθώριο για όσα δεν γνωρίζεις.
Δεν χρειάζεται να γίνεις ο άνθρωπος που θα σώσει τον κόσμο. Μερικές φορές αρκεί να μην τον κάνεις χειρότερο για εκείνον που βρίσκεται δίπλα σου.
Κάπου εδώ, αγαπημένε αναγνώστη, φτάσαμε στο τέλος. Στο τέλος του κειμένου και στην αρχή της νέας σου προσπάθειας. Προσπάθησε να καλλιεργήσεις μέσα σου αυτά τα τέσσερα συναισθήματα και θα δυναμώσεις, υπόσχομαι. Γιατί δύναμη δεν είναι να μη θυμώνεις ποτέ, να μη λυγίζεις, να μην απογοητεύεσαι ή να μην έχεις ανάγκη κανέναν. Είναι να μπορείς να θυμώνεις χωρίς να γίνεσαι σκληρός, να λυγίζεις χωρίς να θεωρείς τον εαυτό σου αποτυχημένο, να απογοητεύεσαι χωρίς να παραιτείσαι από όλα και να αγαπάς χωρίς να εξαφανίζεσαι μέσα στους άλλους.
