Τι ώρα αναχωρεί το τελευταίο θέλω;»

Ρώτησες τον σταθμάρχη διστακτικά

κι εκείνος κούνησε νευρικά το κεφάλι

κατά τον ορίζοντα

εκεί που μια στήλη καπνού έκοβε τη γη στα δυο.

Μισά-μισά!

Κάναμε δίκαιη μοιρασιά στα λάθη

μην τύχει και πει κανείς μας ότι αδικήθηκε.

Ένα σφύριγμα, λίγος καπνός κι αναχωρεί η στιγμή

κι όλα θυμίζουν εκείνη τη νύχτα

που  καταστρώσαμε γύρω από την αρχέγονη φλόγα του έρωτα

μια ζωή γεμάτη με το «μαζί».

Και μένεις να κοιτάζεις τον καπνό να ανηφορίζει

και «το θέλω» τσουλώντας  στις ράγες του «ποτέ»,

απομακρύνεται.

Και ‘συ μένεις ν’ απορείς τι να κάνεις με το χέρι σου

που μέχρι χθες κρατούσε τα δικά της χέρια

κι αμήχανα το βάζεις στην τσέπη

και ψαχουλεύεις καμιά τσαλακωμένη ανάμνηση.

Το τραίνο έφυγε

έμεινε η στήλη καπνού

σαν μια γραμμή σε ένα τετράδιο.

Μια γραμμή ο ουρανός πάνω από τα μάτια απλώνει

και μικραίνει η ζωή.

Σαν να ήταν η ζωή μια σχολική Δευτέρα

κι έτσι τελειώνει το τετράδιο.

Είναι που κάθε τόσο μοιράζαμε σελίδες σ’ αυτούς

που είχαν ξεχάσει το δικό τους.

 

 

Συντάκτης: Δημήτρης Τσιρπανλής