Αύγουστος.

Ήρθα να χαζέψω το κύμα.
Δεν είχα ανάγκη πολυτέλειας.
Μονάχα τον ήλιο,
που έπαιζε παιχνίδια με τη σκιά μου.

Ήρθα πιο πολύ για να κάνω όνειρα.
Άκουσα πως γίνονται μεγάλα όταν το κύμα είναι γαλάζιο.
Μόνος- τα όνειρα δεν είναι να μοιράζονται.
Μετά γίνονται τρένο κι από περαστικούς χορτάσαμε.

Στο βάθος δυο γριές
που δε λαχτάρησαν της λευτεριάς φοβέρα
σαν να λησμόνησαν στο τέλος εκείνον τον άδειο κόσμο από σένα.

«Μνήμη» αποκρίνεται η μια,
«Λήθη» απαντά η άλλη.

Χρόνια αντάλλαζαν παρτίδες
απ’ όλα μας τα ξεχασμένα καλοκαίρια.
κι ό,τι δεν άντεχε να κρατά η μια
Το ‘στελλε να το φυλά η άλλη.

Σήκωνε θύελλα κάθε που βρίσκονταν μαζί οι δυο τους
κι έτρεξα μ’ ένα νεύμα
να καθαρίσω λίγη απ’ της καρδιάς την άμμο.

Άφριζε, έσκαγε το κύμα,
μέσα στους κόλπους της καρδιάς.
Μωρό μου, άγριες θάλασσες,
δεν κάνουν για τουρίστες.

Συντάκτης: Νικόλας Γεωργίου