Σε αυτόν τον όμορφο μας πλανήτη κατοικούμε περίπου επτά δισεκατομμύρια άνθρωποι και ενώ ο τρόπος σκέψης διαφέρει, ο καθένας θέλει και εύχεται, ή και μάχεται να είναι ο κόσμος σύμφωνα με τα δικά του πρότυπα. Είμαστε τόσο συνδεδεμένοι μεταξύ μας που μπορούμε να επικοινωνήσουμε και να παραθέσουμε τις απόψεις μας με πάρα μα πάρα πολλούς τρόπους: Facebook, Skype, Viber, Instagram και ούτω κάθε εξής. Είμαστε μια κοινωνία που μιλάει πολύ. Συνεχώς. Αντιπαρατίθεται, μάχεται, υπερασπίζεται, προσπαθεί να αποδείξει και εν τέλει φλυαρεί.

Μερικές φορές οι άνθρωποι φλυαρούν γιατί νιώθουν μόνοι τους. Όταν κάποιος είναι πρόθυμος να τους ακούσει, συνεχίζουν να μιλάνε ασταμάτητα σαν να βρήκαν έναν τρόπο να ξεπεράσουν τη μοναξιά τους. Άλλοι φλυαρούν γιατί πιστεύουν ότι η δική τους θέση και άποψη είναι η πιο δόκιμη από όλες και έτσι προσπαθούν να επιβληθούν. Άλλοι πάλι νιώθουν τόσο πολύ την ανάγκη να υπερεξηγούν τα πάντα για να μην παρεξηγηθούν καταλήγοντας σε ένα φαύλο κύκλο επεξηγήσεων και παρανοήσεων. Και έτσι όπως είμαστε όλοι δικτυωμένοι, είμαστε συνέχεια σε αυτή τη φάση της φλυαρίας με αποτέλεσμα να ξεχνάμε ότι μερικά πράγματα μπορούν να ειπωθούν και πολύ λιγότερα λόγια.

Με πιάνω να νοσταλγώ την εποχή των sms των 160 χαρακτήρων, με Nokia 3260 και ξερό ψωμί. Τότε που πάλευες να τα πεις όλα σε λίγες λέξεις και γλίτωνες την ακατάπαυστη φλυαρία. Τότε που όλες σου οι σκέψεις μπορούσαν να συμπυκνωθούν σε λίγους χαρακτήρες και έπρεπε να εκφράσουν αυτό ακριβώς που ήθελες να πεις, χωρίς να έχεις περιθώρια να στείλεις και απανωτά μηνύματα με περαιτέρω εξηγήσεις. Πιστεύω ότι τότε ήμασταν όλοι τόσο εξασκημένοι στην επικοινωνία της ουσίας, τόσο στην έκφραση της, όσο και στην αποδοχής της. Ο νους μας δούλευε περισσότερο για να μπορέσουμε να αποκωδικοποιήσουμε τα εισερχόμενα μηνύματα και αναλόγως να απαντήσουμε. Τίποτα δεν ήταν δεδομένο και τίποτα δεν ήταν έτοιμο προς ανάλωση τόσο εύκολα όσο σήμερα.

Δεδομένου ότι δεν υπήρχαν μέσα κοινωνικής δικτύωσης και άπειρα emoticons για να εκφράζουν την κάθε μας διάθεση, έπρεπε να έχουμε και καλύτερη επαφή με το πώς νιώθαμε, να το αναγνωρίσουμε και να το εκφράσουμε γραπτώς με απλό, λιτό και απέριττο τρόπο. Ελάχιστες φορές βολευόμαστε πίσω από μια «τεμπέλικη» επικοινωνία, όπως αυτή του chatting και αν θέλαμε κάτι απλώς σηκώναμε το τηλέφωνο και το λέγαμε.

Μπορεί να ακούγομαι σαν αυτούς τους ογδοντάχρονους που λένε «εμείς στην εποχής μας», αλλά το ότι δεν μπορούμε πλέον να εκφραστούμε με περιεκτικό τρόπο ή να επικοινωνήσουμε με απλές λέξεις και κατ’ ιδίαν είναι κάτι που προβληματίζει πολλούς.

Ίσως αυτό που είναι τόσο δυσλειτουργικό με αυτή την κατάσταση είναι ότι η φλυαρία μας εμποδίζει να ακούμε. Να ακούμε πραγματικά τον άλλο χωρίς να σκεφτόμαστε μόνο το πώς θα απαντήσουμε. Κάποια σημαντικά μηνύματα χάνονται μέσα στον κυκεώνα των πραγμάτων που προσπαθούμε να εκφράσουμε. Και όσο ο άλλος δεν το καταλαβαίνει, άλλο τόσο προσπαθούμε να το εξηγήσουμε με απανωτά μηνύματα και επιχειρήματα.

Και εκεί κάπου χάνουμε την μπάλα. Γιατί ούτε ο άλλος θα μπορέσει να επικεντρωθεί σε αυτό που πραγματικά θέλουμε να εκφράσουμε αλλά ούτε και εμείς να το περάσουμε. Γινόμαστε ανταγωνιστικοί στην επικοινωνία μας, και έτσι ενθαρρύνουμε τις εγωιστικές και ναρκισσιστικές τάσεις.

Δε διψάμε να βρούμε σημεία σύνδεσης αλλά να κερδίσουμε. Να έχουμε δίκιο, να έχουμε τον τελευταίο λόγο. Σπαταλάμε ενέργεια να αποδείξουμε πράγματα που στο κάτω-κάτω δεν έχουν και πολύ σημασία, αναμασάμε γεγονότα, κολλάμε στο παρελθόν και στο τι έγινε και χάνουμε οριστικά το παρόν.

Ίσως να είναι ένα μεγάλο ρίσκο να αποφασίσουμε να περιορίσουμε αυτή τη φλυαρία γιατί αυτόματα θα μας βγάλει εκτός παιχνιδιού, θα γίνουμε οι διαφορετικοί, οι παλιομοδίτες, οι άσχετοι, αλλά σίγουρα θα κερδίσουμε πολύτιμο χρόνο και για εμάς και για τους άλλους, θα μάθουμε να ξαναερχόμαστε σε επαφή με τον εσωτερικό μας κόσμο και να αξιολογούμε το τι σημαίνει η κάθε μας αντίδραση σε όλη αυτή τη φλύαρη ζωή και τότε ίσως και να εκτιμήσουμε την αξία της σιωπής. Ίσως.

 

Επιμέλεια Κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Μαρία Αγοραστού