Μερικές φορές σκέφτομαι πως εμείς οι άνθρωποι είμαστε περίεργα όντα. Φτιάχνουμε κλουβιά για τους εαυτούς μας, κρατάμε τα κλειδιά στα χέρια μας κι απλώς τα κοιτάμε. Ξέρουμε ότι εμείς είμαστε απολύτως υπεύθυνοι για την ελευθερία μας κι όμως την τελευταία στιγμή πάντα επιλέγουμε τη σκλαβιά μας. Είναι δικαίωμα του καθενός, θα μου πείτε, το να επιλέξει ακόμη και την ίδια του τη σκλαβιά. Αν το κάνει ελεύθερα, ας επιλέξει και το σκοτάδι.

Αυτό επέλεξε κι η Σοφία. Το σκοτάδι. Αλλά όχι ελεύθερα.

Γνωρίστηκαν πολλά χρονιά πριν. Εκείνη ήταν ακόμα πιτσιρίκα του γυμνασίου κι εκείνος λίγο μεγαλύτερος! Τότε στέλνανε κρυφά χειρόγραφα μέσα στα μέλια του έρωτά τους. Ραβασάκια; Με το κιλό.

Γουστάρανε κι ανταπέδιδαν πάθος μεταξύ τους. Εκείνη, όπως όλα τα κοριτσάκια, το έπαιζε δύσκολη μα αυτό κράτησε μέχρι περίπου το τρίτο ραντεβού τους! Ήταν διψασμένη για αγάπη, για αγκαλιά, για φροντίδα. Ένιωθε ότι μέσα της υπήρχε μια ατέλειωτη πηγή αγάπης που ήθελε και να τη φροντίσουν και να φροντίσει.

Πώς τα κατάφερε ο άτιμος και την κόλλησε πάνω του σαν βδέλλα. Οι δικοί της; Ούτε κουβέντα δεν άκουγαν για τη σχέση αυτή, αλήτη τον ανέβαζαν, αμόρφωτο τον κατέβαζαν! Κι αυτό γιατί είχε μια μηχανή και δούλευε απ’ τα δεκαπέντε του αντί να πηγαίνει σχολείο. Εκείνη πάλι γι’ αυτό τον θαύμασε. Τον εξιδανίκευσε για την παλικαριά του και την ανάγκη του να είναι ανεξάρτητος. Ένιωθε τυχερή που την είχε επιλέξει!

Βέβαια, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, ότι ήταν λίγο αλητάκος ήταν, αλλά μαζί της τύπος κι υπογραμμός κι αυτό την έκανε να νιώθει πιο ιδιαίτερη. Έβλεπε σε εκείνη αυτό που δεν έβλεπαν οι άλλοι κι επέλεγε να είναι διαφορετικός μόνο μαζί της.

Ύστερα, στα δεκαοκτώ της –ήθελαν-δεν ήθελαν οι γονείς της– πήγε και κοιμήθηκε μαζί του μέσα στην τρελή χαρά. Πήγε και ξαναπήγε πάμπολλες φορές μέχρι που έκανε εκείνη, εκείνος, κάνανε τέλος πάντων ένα αδιόρθωτο λάθος. Έμεινε έγκυος. Και τώρα τι κάνουμε, αγάπη μου; Ιδού η απορία!

Και το πανεπιστήμιο; Κι η ζωή της; Όλες της οι ανάγκες κι οι επιθυμίες της περνούσαν αστραπιαία μπροστά απ’ τα μάτια της. Τι αξίζει και τι δεν αξίζει στη ζωή; Η σκέψη της έμεινε στην αγάπη. Ίσως τελικά μόνο αυτή να αξίζει. Σπουδές θα μπορούσε να κάνει και μετά, σκέφτηκε. Αλλά αυτήν την αγάπη ίσως να μην μπορούσε να την ξαναβρεί. Απόλυτη, εξαρτητική, μόνο δικιά της.

Τελικά πάει και το πανεπιστήμιο, πάνε και τα λόγια της μητέρας της να κάνει έκτρωση. Εννιά μήνες μετά κρατούσε ένα κοριτσάκι στα χέρια της, ένα σποράκι που ήταν μόλις 19 χρόνια μεγαλύτερή του. Γίνανε οικογένεια. Παντρεύτηκαν, δύσκολα τα επόμενα χρόνια.

Επτά χρόνια μετά τη γέννηση της κόρης τους, ήρθε κι άλλο μέλος. Και κάπου εκεί έγινε κι η μεταμόρφωσή του. Έπινε, έπινε πολύ! Κάθε βράδυ γυρνούσε σπίτι αγνώριστος, άλλος άνθρωπος. Δεν ήξερε τι φταίει. Έφταιγε εκείνη που είχε πολλές απαιτήσεις; Τον πίεζε; Ίσως έπρεπε να γίνει πιο ευχάριστη, πιο πρόθυμη, πιο δεκτική, σκεφτόταν.

Μπήκε σε όλο αυτό για να το παλέψει κι όχι για να τα παρατήσει όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. Έτσι πρέπει να είναι η αγάπη: θυσιαστική, υποχωρητική, συγχωρητική. Έτσι δεν είναι;

Μήνες πέρασαν χωρίς να βγάλει άχνα! Κουράστηκε όμως, κουράστηκε να ζει με το φόβο. Με το φόβο μήπως δεν μπορέσει να μεγαλώσει τα παιδιά της χωρίς αυτόν. Μήπως δεν έχει χρήματα για να τα μεγαλώσει χωρίς αυτόν.

Γι’ αυτό κάθεται και φοβάται κάθε βράδυ που μπαίνει σπίτι πιωμένος, μεθυσμένος κι αιθεροβάμων. Μα τι φοβάται απόψε; Αφού το ξύλο που θα δεχθεί και πάλι απ’ τα χέρια του –εκείνα που την αγκάλιασαν– είναι καθιερωμένο!

Πώς μπορεί άραγε να χτυπάει τη μάνα των παιδιών του; Πώς μπορεί να αφήνει αυτά τα ματάκια τους να βλέπουν τέτοιο θέαμα; Η εξάρτηση καπελώνει το συναίσθημα τελικά! Τίποτα άλλο δεν έχει σημασία μπροστά στη δική του ανάγκη να νιώσει καλύτερος, ανώτερος, ότι όλα είναι υπό έλεγχο.

Και πάλι, δεν κάνει τίποτα. Ούτε απόψε θα κάνει τίποτα.

 

Επιμέλεια Κειμένου Μαρίας Αγοραστού: Πωλίνα Πανέρη

 

Ήταν η ιστορία της Σοφίας για τη στήλη Your Stories Realoaded. Στείλε κι εσύ τη δική σου ιστορία εδώ!

Συντάκτης: Μαρία Αγοραστού