Ένα αναπάντεχο αίτημα φιλίας από κάποιον άγνωστο στο facebook. Ίσως κάτι να σου θύμισε το πρόσωπό του, ίσως να είχατε πολλούς κοινούς, ίσως απλώς να είχες κέφια και να είπες να τον αποδεχτείς. Μέσα στον επόμενο καιρό, το αδιάφορο μέχρι στιγμής πρόσωπο αρχίζει να σε διασκεδάζει με τα ποστ του. Έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον, τελικά, μα δεν παύει να ‘ναι ένας άγνωστος. Πόσο μακριά θα μπορούσε να πάει η οποιαδήποτε ιστορία μαζί του;

Ένα βράδυ αφήνεις ένα σχόλιο σε κάποια αστεία εικόνα που δημοσίευσε. Δεν είσαι άνθρωπος με κόμπλεξ, δε φοβάσαι να πεις τη γνώμη σου, ειδικά όταν είναι για καλό. Δεν περνάνε λίγα λεπτά και το κινητό σου φωτίζεται απ’ την ειδοποίηση ενός μηνύματος. Έχει έρθει η ώρα της πρώτη σας –επίσημης– επαφής.

Η συζήτησή σας κυλάει όμορφα. Φαίνεται να ταιριάζουν αρκετά τα χνώτα σας, τελικά. Νιώθεις άνετα, λες και γνωρίζεστε χρόνια, και φτάνεις να κουβεντιάζεις θέματα που δεν έχεις εκμυστηρευτεί ούτε στους πιο στενούς σου φίλους. Ίσως να φταίει που, γενικά, μας είναι πιο εύκολο να ανοιχτούμε σ’ έναν άγνωστο, ίσως πάλι να ‘ναι τρόπος που έχει καταφέρει να ξεκλειδώσει κάθε αμπαρωμένο μπαούλο των σκέψεών σου. Μα πώς το κάνει αυτό;

Σε λίγο αρχίζεις να διαπιστώνεις πως ανάμεσά σας υπάρχει μία πρωτόγνωρη σπίθα, από αυτές που ξέρεις καλά τι σημαίνουν. Μα δεν μπορεί. Δεν γνωρίζεστε καθόλου. Τι να σου κάνουν κάποιες φωτογραφίες και λίγα μηνύματα; Δεν τα πίστευες ποτέ αυτά, δε σου άρεσαν οι έρωτες μέσω μια οθόνης. Αν δεν κοιτάξεις τον άλλο στα μάτια, έλεγες, και δεν τον δεις να σου χαμογελά, δε γίνεται τίποτα. Οι ώρες περνάνε κι όταν πια κοιτάς το ρολόι σου είναι έξι το πρωί. Ξαγρύπνησες για να μιλήσεις με κάποιον που δεν έχεις συναντήσει ποτέ.

Ο χρόνος κυλά και μαζί του φεύγουν και μέρες και γεγονότα και μηνύματα. Ξαφνικά, η παρουσία ενός πρακτικά άγνωστου προσώπου σου έχει γίνει συνήθεια. Έχεις μάθει πια καλά το πρόγραμμά του κι εκείνος το δικό σου κι έχεις φτάσει να αναγνωρίζεις φίλους του στις φωτογραφίες που ανεβάζει από ιστορίες που σου έχει πει. Τώρα πια ξέρεις ότι οι πιθανότητες να βρισκόσασταν από κοντά, μία τυχαία μέρα στον δρόμο, ας πούμε, είναι απειροελάχιστες, αφού τα χιλιόμετρα που σας χωρίζουν είναι πάρα πολλά. Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος έχει κάτι που σε μαγνητίζει, κάτι που σε εθίζει στην ύπαρξή του στη ζωή σου.

Δεν αργεί κι η στιγμή που πιάνεις τον εαυτό σου να τον σκέφτεται κι όταν δε μιλάτε. Τελικά, έχει όμορφη φατσούλα και πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Ίσως και να ‘χει αρχίσει να σου αρέσει ως παραπάνω από μια απλή γνωριμία. Μα τι σε έχει πιάσει;

Όταν κάνετε μία απ’ τις ατελείωτες συζητήσεις σας, καταφέρνει να σε ανάψει. Χωρίς να το καταλάβεις, έχει αρχίσει να παραδέχεται κι η άλλη πλευρά το ενδιαφέρον της κι η ικανοποίηση που νιώθεις μέσα σου όταν διαβάζεις αυτά τα λόγια σε κάνει να αισθάνεσαι πολύ ιδιαίτερα. Εκεί που ορκιζόσουν κατά του sexting και των πρόστυχων φωτογραφιών, νιώθεις το κορμί σου να καίγεται όταν σου λέει απαγορευμένα λόγια. Η αγαπημένη σου μουσική παίζει σε μία ανοιχτή σελίδα στο λάπτοπ σου, και τα χέρια σου ταξιδεύουν παντού στο κορμί σου, καθώς αυτός ο άγνωστος –που πλέον μόνο άγνωστος δε φαίνεται να είναι– έχει πατήσει όλα τα κουμπιά σου.

Η κάψα και των δυο σας είναι πρωτοφανής. Δεν μπορείς να εξηγήσεις αυτό που συμβαίνει, αλλά το αφήνεις να συνεχίζει, δεν το σταματάς. Μία πιο άγρια εκδοχή του εαυτού σου έχει τώρα τα ηνία του σώματος και του μυαλού σου, και περνάς τόσο όμορφα που απλώς το απολαμβάνεις, χωρίς ερωτήσεις και δεύτερες σκέψεις. Στην άλλη άκρη του τηλεφώνου σου, ένας άνθρωπος έχει αρχίσει να ψήνεται για ‘σένα. Έχει τα ίδια συμπτώματα που έχεις κι εσύ κι έχει ενθουσιαστεί με το πρόσωπό σου. Κανένας σας δεν πίστευε πως κάτι τόσο ιδιαίτερο και παθιασμένο θα μπορούσε να δημιουργηθεί απ’ το τίποτα.

Σε λίγο καιρό, πέφτουν οι προτάσεις της διά ζώσης γνωριμίας σας. Το πόσο το θέλετε δεν περιγράφεται με λόγια. Θα το δείξετε κι οι δύο με πράξεις όταν βρεθείτε. Το μυαλό σου, όμως, που έχει μάθει να τρώει χαστούκια απ’ τη ζωή και τους ανθρώπους γύρω σου, δηλώνει έναν δισταγμό που σε προβληματίζει.

Ωραία τα μηνύματα και τα τηλέφωνα κι όλα αυτά τα όμορφα λόγια. Μα πώς μπορεί κάτι διαδικτυακό να ‘ναι κι αληθινό; Πώς είναι δυνατόν να πιστεύεις πως θα έχει αίσιο τέλος μία ιστορία που ξεκίνησε τυχαία από μία οθόνη κι ένα πληκτρολόγιο; Είναι σωστό να διανύσεις τόσο μεγάλη απόσταση και να αφιερώσεις τόσο πολύ χρόνο σε κάποιον του οποίου τη φωνή δεν έχεις καν ακούσει από κοντά; Είναι λογικό να καταβάλεις ενέργεια σε κάτι τόσο ουτοπικό όπως έναν online έρωτα;

Βαθιά μέσα σου το ξέρεις ότι το θέλεις. Η περιέργεια σε έχει φάει. Το πάθος ακόμα περισσότερο. Θα τρελαθείς αν δε βγει πουθενά όλο αυτό, αν δε σβήσεις τη φωτιά που σου άναψε πάνω του. Άραγε, σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει κανείς να υπακούει στη λογική ή να αφήνεται στο συναίσθημα και στο ένστικτό του;

Με ρεαλισμό, γνωρίζουμε όλοι πόσο επικίνδυνα είναι τα πράγματα στις μέρες μας. Ποτέ δεν ξέρεις ποιον μπορείς να εμπιστευτείς και ποιον όχι. Τη λογική, λοιπόν, ποτέ μην την βάζεις στην άκρη, γιατί υπάρχει κάποιος λόγος που υπάρχει. Σε μια τέτοια περίπτωση, όμως, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να το ζήσεις. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να αφήνεις τις ευκαιρίες να χάνονται με τον άνεμο. Ερωτεύσου, γέλα, πέρνα καλά, μα και πρόσεχε τον πολύτιμο και μοναδικό εαυτό σου.

 

Συντάκτης: Ελευθερία Αντωνοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη