Πριν λίγο καιρό βρέθηκα σε ένα κλαμπ μέσω μιας παρέας και έδωσα πρώτη φορά σημασία στους στίχους των τραπ κομματιών που σφυροκοπούσαν στα αυτιά μου ανηλεώς όλο το βράδυ.

Ντροπή και αμηχανία αισθάνθηκα, ακούγοντας στίχους όπως «σκάσ@ πoυτ@ν@ μπoυνι@ς μη σου βάλω, κερνάνε γραμμές και γ@μ@νε ο ένας τον άλλο». Υπάρχει κόσμος που διασκεδάζει με τέτοιες χυδαιότητες; Υπάρχει άνθρωπος που χαίρεται ακούγοντας τέτοιες φράσεις;

Βέβαια το πιο λυπηρό δεν είναι αυτό αλλά το γεγονός πως τα τελευταία χρόνια παρατηρείται πως γίνεται όλο και μικρότερος ηλικιακά κόσμος που την ακούει. Η θεματολογία της συγκεκριμένης μουσικής έχει να κάνει με oπλ@, ν@ρκωτικ@, υπερτονισμένη σ@ξoυαλικoτητ@, τα οποία περνάνε το μήνυμα μέσ’ από σ@ξiστικούς στίχους που προβάλουν τη βι@ιότητα. Τα συγκεκριμένα τραγούδια δεν έχουν να προσφέρουν κανένα υγιές πρότυπο, μιας και οι στίχοι τους μιλάνε για πλούσιους άντρες, γυναίκες πoυτ@ν@ς κι έναν κόσμο χτισμένο πάνω σ’ αίμα, δημιουργώντας υποσυνείδητα στον νέο νέο κόσμο την εντύπωση πως η γυναίκα είναι κατώτερη.

Ανήκω στη γενιά που μουσικά είχε την τύχη να γαλουχηθεί με τραγούδια γεμάτα συναίσθημα, ερμηνευμένα από μεγάλα ονόματα, όπως ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Δημήτρης Μητροπάνος, οι Πυξ Λαξ. Ανθρώπους που μέχρι και σήμερα η πλειονότητα των ανθρώπων τους θεωρεί διαχρονικούς και μοναδικούς.

Θα μπορούσα να γράφω ώρες για τους συγκεκριμένους, αλλά θα ήθελα να ασχοληθώ με τον αγαπημένο μου Βασίλη. Ο λόγος είναι πως τον θεωρώ έναν από τους πιο συναισθηματικά εκφραστικούς τραγουδοποιούς του αιώνα μας.

Η μουσική πάντα έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. Ακόμα και αυτοί που δηλώνουν φανατικοί κάποιου συγκεκριμένου είδους μουσικής, είναι σχεδόν βέβαιο πως υπήρξε μια στιγμή στη ζωή τους, που έστω και περιστασιακά, άκουσαν Βασίλη Παπακωνσταντίνου κι ας μην ήταν απαραίτητα «ροκάδες». Ο Βασίλης αντιπροσωπεύει μια ολόκληρη γενιά. Τα τραγούδια του σημάδεψαν τις ζωές πολλών ανθρώπων. Ακόμα και φευγαλέα να έχει ακούσει κάποιος μια μπαλάντα του, είναι σχεδόν βέβαιο πως η καρδιά του είτε χτύπησε δυνατότερα, είτε έχασε ένα χτύπο της, γιατί πολύ απλά οι στίχοι που ερμηνεύει, δημιουργούν τόσο έντονα συναισθήματα, το μυαλό πλάθει τόσο όμορφες εικόνες, που είναι σχεδόν σίγουρο πως θα ερωτευτείς και όχι απαραίτητα κάποιο πρόσωπο. Θα ταυτιστείς τόσο, που η επιθυμία σου να νιώσεις ακριβώς όπως οι στίχοι που ακούς, θα σου δώσει αυτήν την ψευδαίσθηση του κεραυνοβολημένου.

Δεν μπορώ να διανοηθώ πως υπάρχουν ερωτευμένοι, που δεν έχουν ακούσει το «να κοιμηθούμε αγκαλιά, να μπερδευτούν τα όνειρά μας… » χωρίς να έχουν αγαπήσει το ταίρι τους λίγο παραπάνω. Πόσοι άραγε σιγοψιθύρισαν «Σ’ακολουθώ και ξέρω πως χωράω μες στο λακκάκι που ‘χεις στο λαιμό» και δεν ονειρεύτηκαν να ζήσουν όλα αυτά τα έντονα συναισθήματα που περιγράφει το συγκεκριμένο τραγούδι;

Ο Βασίλης όμως, δε μας ενώνει μόνο με τα καψουροτράγουδά του, μα και με τις μοναδικές μπαλάντες που μιλάνε για χωρισμό. Έφηβη ήμουν θυμάμαι, όταν πρωτοτραγούδησα το «βράδυ Σαββάτου» και το «πριν το τέλος» μετά από ένα επώδυνο και δακρύβρεχτο χωρισμό. Από τότε με έχουν συντροφεύσει άπειρες φορές, σε καταστάσεις που το μόνο που θέλεις, είναι να βάλεις ένα ποτό και να κλαις μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία.

Σ’ αυτή την ηλικία γινόταν η πρώτη γνωριμία με τον Βασίλη, που το αίμα έβραζε, όλοι οι θεσμοί αμφισβητούνταν και υπήρχε μια μόνιμη τσαντίλα για τα πάντα. Στο στάδιο της εφηβείας, άσματα όπως «ο Κουρσάρος», «Σεμπάστιαν», «Σφεντόνα», «το μαχαίρι» είχαν την τιμητική τους και ήταν τόσο επαναστατικά που δε θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν καλύτερα κάποια άλλη ηλικιακή ομάδα.

Πόσοι άραγε ακούγοντάς τον, να έχει χαθεί στης πολιτείας τα στενά, ψάχνοντας στη Λεωφόρο και τη Βικτώρια και περνώντας από το στέκι το παλιό, δεν ταυτίστηκαν, δεν περιπλανήθηκαν σε δρομάκια, ψάχνοντας και αυτοί τον άνθρωπό τους, αυτόν που τους πόνεσε φεύγοντας;

Ο Βασίλης είναι πάντα επίκαιρος και όπως συνηθίζει να λέει ένας φίλος μου «παντός καιρού». Θα τον αναζητήσεις σε έρωτες, σε χαμένες αγάπες, σε ερωτικές συνευρέσεις, όταν θελήσεις να ευχηθείς «Χρόνια πολλά», όταν θέλεις να διαμαρτυρηθείς για τα κακώς κείμενα του τόπου και των καιρών. Κι εννοείται πως δε θα παραλείψεις να βάλεις και την μπαλάντα των χαμένων ψυχών, αυτή που αν και δεν την πρωτοτραγούδησε ο ίδιος, καθιερώθηκε στο μυαλό των περισσοτέρων ως δική του. Αναφέρομαι φυσικά στον «Μπαγάσα», για το οποίο τραγούδι, δε θα μπορούσα ποτέ να είμαι αντικειμενική, μιας και έχει ταυτιστεί στη συνείδηση μου με την απώλεια ενός πολύ αγαπημένου προσώπου.

Πώς μπορεί λοιπόν να συγκριθεί με τα σημερινά τραπ ακούσματα; Τι έχουν να προσφέρουν στίχοι όπως «η δικιά μου κάνει τη δικιά σου να φαίνεται basic», «κούνα την κ@λ@ρα κι ακολούθα τον πελώριο»; Ποή κρύβεται η αγάπη κι ο έρωτας σ’ αυτούς τους στίχους; Τι νιώθει η νεολαία μας κι επιλέγει αυτή τη μουσική; Είναι κενοί συναισθηματικά; Δεν ξέρουν να αγαπούν, να ερωτεύονται, να διεκδικούν;

Αρνούμαι να το πιστέψω.

Είναι άραγε η τραπ μουσική η μουσική του μέλλοντος; Οι σημερινοί έφηβοι, όταν γίνουν μεσήλικες τι ακούσματα θα αναπολούν σκεπτόμενοι την εφηβεία τους, τον πρώτο τους έρωτα;

Πόσο τυχεροί είμαστε όλοι εμείς που διανύουμε την τρίτη και πλέον δεκαετία της ζωής μας και έχουμε αναμνήσεις μιας εφηβείας ξένοιαστης, ρομαντικής και αθώας;

Όλοι εμείς που μεγαλώσαμε με τραγούδια γεμάτα συναισθήματα, που τον ακολουθήσαμε σε κάθε συναυλία του, που ακούγοντας και μόνο τη φωνή του επιστρέφουμε σ’ εκείνα τα χρόνια της τρελής μας νιότης και δηλώνουμε ακόμη και σήμερα, έστω και αν τα ακούσματά μας είναι πλέον διαφορετικά, πως «Βασίλη ζούμε, για να σ’ακουμε».

Άραγε οι σημερινοί έφηβοι θα μπορέσουν στο μέλλον να βροντοφωνάξουν κάτι αντίστοιχο; Θα είναι τόσο τυχεροί;

 

 

Πηγή φωτογραφίας

Συντάκτης: Δέσποινα Σαρακατσιανού
Επιμέλεια κειμένου: Ζηνοβία Τσαρτσίδου