Αρκεί μία ματιά για να αντιληφθεί κανείς πόσο γρήγορα κινούνται όλα στη σημερινή ταχύτατη εποχή. Μα πιο γρήγορη απ’ όλα, θα δει κάποιος πως έγινε η ίδια η ζωή. Όπου κι αν κοιτάξει κανείς, βλέπει ανθρώπους πανικόβλητους, χαμένους σε σκέψεις, όσες, τουλάχιστον, μπορούν να κάνουν μέχρι να ανάψει το επόμενο φανάρι. Τρέχουν να προλάβουν τις υποχρεώσεις τους, που με τόσο κόπο φόρτωσαν οι ίδιοι στον εαυτό τους.

Μια αντιπαραβαλλόμενη εικόνα σε αυτήν την κατάσταση είναι αυτή των παιδιών. Αυτά, με αφελή χαμόγελα, με βλέμμα εντυπωσιασμού, αντικρίζουν με θαρραλέα άγνοια ως προς τα αγχώδη ενήλικα πράγματα. Κι έτσι θα μείνουν, ανέμελα, μέχρι να μεγαλώσουν λίγο ακόμα και να γίνουν μία μικρογραφία του ενήλικου κόσμου. Πώς είναι δυνατόν, παιδιά και έφηβοι, να χάνουν τόσο νωρίς αυτήν την ανεμελιά, που σηματοδοτεί την ηλικία τους;

Στόχος γονέων και κοινωνίας είναι να δημιουργήσει ανταγωνιστικούς νέους, εφοδιασμένους με γνώσεις και βεβαιώσεις κατάρτισης, κάθε είδους, κάθε τομέα. Αυτή η αντίληψη είναι η κυρίαρχα υπεύθυνη για την υπερεργασία των μαθητών. Μόνο που μέσα στη φρενίτιδα της εν δυνάμει επιτυχίας που προκαλεί η αντίληψη αυτή, λησμονείται πως οι μαθητές είναι πρώτα από όλα παιδιά. Παιδιά που πλέον «εργάζονται» περισσότερο κι από τους ίδιους τους ενήλικες. Τοποθετημένα σε ένα δυσλειτουργικό εκπαιδευτικό πλαίσιο με παραπάνω απαιτήσεις από ότι παροχές, οδηγούνται μοιραία στην ιδιωτική εκπαίδευση με μόνο στόχο την επιτυχία και την εισαγωγή σε ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Το πρόβλημα είναι πως αυτός ο στόχος, ξεκινώντας από πολύ νωρίς, καταδυναστεύει την ίδια φύση των παιδιών. Χαρακτηριστική είναι η καταπιεστική καθημερινότητα των νέων, ελέω επιτυχίας.

Πρωί-πρωί ξεκινά το σχολείο, στο οποίο υπάρχουν μόνο σωματικά, αφού λόγω των κρατικών δυσλειτουργιών του αλλά και των γενικευμένων αντιλήψεων περί της αποτυχημένης δομής του, αδιαφορούν για την πολύπλευρη προσφορά του. Δυστυχώς, επικρατεί η πεποίθηση πως το σχολείο δεν δίνει τα sos, αυτά που θα πέσουν– λες κι αυτή είναι μόνο η αποστολή του. Αδιάφοροι λοιπόν, κάθονται, ανιαρά συνήθως, ή άλλες φορές λύνοντας τις ασκήσεις του φροντιστηρίου, μέχρι το μεσημέρι. Μετά, τρεχάλα για ένα γρήγορο φαγητό, σχεδόν καθόλου ποιοτικό οικογενειακό χρόνο και κατευθείαν φροντιστήριο. Εκεί τέσσερις με πέντε ώρες, ώστε να καλυφθούν τα κενά του δημοσίου συστήματος και τα παιδιά να έχουν τις απαραίτητες πιθανότητες επιτυχίας. Κατά τις οκτώ –ίσως κι αργότερα- σπίτι για ξεκούραση, θα περίμενε τουλάχιστον κανείς. Αλλά όχι, μελέτη, θεωρία, ασκήσεις, επανάληψη· η ξεκούραση δεν ταιριάζει στον εργατικό άλλωστε, έτσι μας έμαθαν. Αργά το βράδυ ή νωρίς το ξημέρωμα λίγος ύπνος και ξανά από την αρχή. Αυτό είναι το πρόγραμμα από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, αλλά ευτυχώς έρχεται Σαββατοκύριακο να ξεκουραστούν, «ορίστε δεν έπαθαν και τίποτα», θα πουν οι περισσότεροι. Το Σάββατο όμως έχει διαγώνισμα ή προετοιμασία γι’ αυτό και επιπρόσθετες ασκήσεις και διάβασμα, εξ’άλλου Σαββατοκύριακο είναι, έχουν χρόνο. Φαίνεται πως ένας συνειδητοποιημένος μαθητής «εργάζεται» πάνω από οκτώ ώρες καθημερινά. Αυτή η κατάσταση είναι ιδιαιτέρως επιβλαβής τόσο για τους ίδιους όσο και για τη συλλογική τους υπόσταση.

Δυστυχώς, τα παιδιά αφιερώνουν χρόνο να πετύχουν, χωρίς όμως να έχουν το χρόνο να σκεφθούν τι θέλουν να πετύχουν. Αντικρίζουν τη γνώση χρησιμοθηρικά κι όχι σαν μέσο ηθικοπνευματικής εξέλιξης. Αυτή η κατάσταση τους προκαλεί αποστροφή στα βιβλία και γενικώς σε ό,τι έχει να κάνει με την πνευματική καλλιέργεια. Ενώ μελετούν, δεν ανοίγουν το δρόμο της πνευματικής ελευθερίας τους αλλά την αρχή του πνευματικού περιορισμού τους λόγω του εξεταστικοκεντρικού και οριοθετημένου χαρακτήρα της γνώσης. Παράλληλα, από ψυχικής άποψης, καταβάλλονται από φοβερό άγχος και πίεση στον φόβο του χαρακτηρισμού ως «αποτυχημένοι», πλήρης αντίφαση της παιδικής φύσης, κάτι το οποίο εκτονώνεται μέσω επιθετικών και ακραίων συμπεριφορών ή μέσω εσωστρέφειας κι απομόνωσης, δημιουργώντας προβλήματα και στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, οικογενειακές ή ευρύτερα κοινωνικές.

Όλη αυτή η κατάσταση εγείρει βασικούς προβληματισμούς με βασικότερο έναν: με μία τέτοια καθημερινότητα για τι παιδιά μιλάμε πραγματικά; Οι σύγχρονοι νέοι μαθητές ζουν μία εφηβεία σε ενήλικη βάση, χάνοντας την ελευθερία μίας εποχής, που ζει κανείς μόνο μία φορά και που πάντα θα λησμονεί με νοσταλγία μεγαλώνοντας. Ίσως οι στόχοι του περιβάλλοντος σχετικά με την επιτυχία των νέων θα έπρεπε να αποσκοπούν στην προσωπική ευτυχία, την ψυχική ισορροπία και τη συλλογική αρμονία. Σε καμία περίπτωση δεν αναιρείται η ανάγκη που απορρέει από τη σύγχρονη ανταγωνιστικότητα για μελλοντικούς, καταρτισμένους πολίτες, αλλά κυρίως υπάρχει ανάγκη από λειτουργικά κοινωνικά μέλη με όνειρα, οράματα, ευαισθησίες και ιδέες, σε μια εποχή άκρως ορθολογική κι ανάλγητη. Ας μην παραγκωνίζεται η τρελή ανεμελιά και η νεανική πλάνη στο έλεος του ανταγωνιστικού ορθολογισμού. Ο άνθρωπος δεν κατέκτησε ποτέ καμία ορθολογική αλήθεια χωρίς να έχει επανειλημμένα πλανηθεί προηγουμένως.

 

Συντάκτης: Γιώργος Σαρδέλης
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου