«Τσακωθείτε γιατί χωρίζετε», φαίνεται να διατείνονται οι σύγχρονοι θεραπευτές, οι οποίοι βλέπουν τον καυγά ως βοηθητικό και ανανεωτικό μιας ερωτικής, συζυγικής, συναισθηματικής σχέσης.

Φυσικά δεν μας συμβουλεύουν να επιδιώκουμε καυγάδες – κοινώς να τρωγόμαστε για τσακωμό – ωστόσο πρέπει να αφήσουμε πίσω μας την πίεση του να κυλάνε όλα ήρεμα και ειρηνικά στο μικρό μας σπίτι στο λιβάδι. Αν στο πρώτο λεπτό που κάποιος υψώνει τη φωνή, κάποιοι δεν αντέχουμε και βάζουμε πίσω τα δικά μας θέλω για να κρατήσουμε την πολυπόθητη ηρεμία, ένα είναι σίγουρο: θα την πληρώσει είτε η ίδια η σχέση είτε ο εαυτός μας.

Σύμφωνα με τον ιστότοπο του VICE, αυτό που μας κρατά μακριά από έναν καλό, υγιή, τίμιο και λυτρωτικό καυγά είναι η νοοτροπία του “fawning”. Ο όρος δεν μπορεί να αποδοθεί στα ελληνικά, είναι μάλλον η υποτακτική συμπεριφορά, η οποία, όταν οι σχέσεις ενέχουν το στοιχείο εξουσίας, μπορεί να μεταφραστεί και ως «γλείψιμο». Σε επίπεδο, βέβαια, ισότιμης σχέσης δεν μπορεί να σημαίνει «γλείψιμο», είναι πάντως σίγουρα αντίδραση σε τραύμα.  Πρόκειται για την τέταρτη αντίδραση τραύματος, μετά τη μάχη, τη φυγή και το πάγωμα. Το άτομο βρίσκει τον εαυτό του να ανταποκρίνεται σε κάποιον που αντιλαμβάνεται ως επικίνδυνο συμμετέχοντας σε συμπεριφορές που ευχαριστούν αυτόν τον άνθρωπο και τελικά υποτάσσεται. Αυτή η αντίδραση είναι μια προσπάθεια να “διατηρηθεί η ειρήνη” και να κατευναστεί το άτομο που μπορεί να προκαλεί βλάβη, με την ψευδαίσθηση ότι έτσι θα μειωθεί η ένταση ή η συχνότητα αυτής της βλάβης.

Μας προξενεί έκπληξη (καμία!) ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές επιδεικνύει περισσότερο το γυναικείο φύλο. “Ο πιο γρήγορος τρόπος για να κρατηθούν και να αισθανθούν ασφαλείς είναι να κάνουν τον σύντροφό τους να αισθάνεται καλά γι’ αυτές, ακόμα κι αν το ίδιο τους το σώμα στέλνει σινιάλα ότι πρέπει να αντιδράσουν ξεκινώντας μια έντονη συζήτηση για κάτι που τις ενοχλούν”, γράφει η Annie Wright, LMFT, της οποίας η έρευνα για το fawning έχει γίνει σημαντική πηγή στην εργασία του σχεσιακού τραύματος.

Το ότι οι γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς σε αυτού του είδους συμπεριφορές έχει να κάνει φυσικά με τις έμφυλες προσδοκίες της κοινωνίας. “Η γυναίκα πρέπει να είναι ευχάριστη, να φέρνει την ηρεμία και τη γαλήνη και φυσικά καθρεφτίζεται πάνω της η εικόνα του σπιτιού της, του νοικοκυριού της.” Πόσες φορές έχουμε ακούσει τις σοφές μητέρες και γιαγιάδες μας να μας συμβουλεύουν να δώσουμε τόπο στην οργή, να κάνουμε και μια υποχώρηση παρά πάνω και να μην τα παίρνουμε όλα τοις μετρητοίς; Και τελικά η πράξη έρχεται να επιβεβαιώσει τη θεωρία γιατί οι γυναίκες που τελικά δεν δρουν σαν αυτές τις μαμάδες ή τις γιαγιάδες, θεωρούνται σίγουρα απόμακρες, προβληματικές (και άλλα χειρότερα) στην εργασία τους και δύσκολες, δύστροπες και ακατάλληλες για «σπίτι» στα προσωπικά τους.

Ωστόσο, το θέμα δεν είναι ποιο φύλο υποχωρεί περισσότερο. Σίγουρα όλοι μπορούμε να κατονομάσουμε και εκπροσώπους του αντρικού πληθυσμού που έχουν συμπεριφορά υποχωρητική απέναντι σε μία γυναίκα που είναι πάντα έτοιμη για καυγά. Και για να είμαστε και δίκαιοι, εκεί και αυτοί πιέζονται από τις κοινωνικές προσδοκίες, διότι ένας άντρας υποχωρητικός θα χαρακτηριστεί με συγκεκριμένο τρόπο ή κατ΄ εξαίρεση θα αναχθεί σε πρότυπο συντρόφου. Πάντως και στις δύο περιπτώσεις θα αντιμετωπιστεί ως άκρο, κάτι που τον αδικεί και τον υποβαθμίζει.

Τι μας διδάσκουν, λοιπόν, όλα αυτά; (!) Αφού θα χαρακτηριστούμε έτσι κι αλλιώς κάπως, αφού τελικά την ένταση δεν τη γλιτώνουμε (είτε με το μέσα μας είτε με τους έξω μας), ας ρίξουμε έναν καλό καυγά να τελειώνουμε.

Γιατί δεν πρέπει να αποφεύγεις αυτόν τον καλό καυγά;

Γιατί αν το κάνεις, δίνεις το λάθος σήμα. Η απέναντι συμπεριφορά γίνεται αποδεκτή, το υποκείμενό της νιώθει καλά να την ασκήσει και δεύτερη και τρίτη φορά, Αν τη δέκατη αντιδράσεις, φυσικά θα έχεις χάσει το δίκιο σου. Κάθε ευθύνη, λοιπόν, του ατόμου που σφάλλει. εξαφανίζεται με το να χαμογελάς ηλίθια κάθε στιγμή που με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο σε κάνει να νιώθεις άσχημα. “Η πληγή κλείνει αλλά δεν επουλώνεται”, όπως γράφει η ψυχοθεραπεύτρια Nancy Colier στο Psychology Today,

Επίσης, σύμφωνα με τον Δρ Τζον Γκότμαν, εάν ποτέ δεν μαλώνεις με τον ή τη σύντροφό σου, δεν έρχεσαι πιο κοντά του / της, αντίθετα απομακρύνεσαι και αποξενώνεσαι. Κι αυτό διότι, αυτό που μοιάζει με τη διατήρηση της ειρήνης είναι συνήθως δύο άνθρωποι που έχουν σταματήσει να περιμένουν οτιδήποτε ο ένας από τον άλλον και έχουν επαναπαυτεί με μια εικόνα του άλλου που απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Ας μην ξεχνάμε και αυτό που λέει η κοινή λογική και συχνά το επικαλούμαστε και στην πραγματική ζωή: “Αν ξεκινάω καυγά, είναι γιατί θέλω να το προσπαθήσω, θέλω να με καταλάβεις και να σε καταλάβω. Αν σιωπώ, δεν ζητάω τίποτα, έχω παραιτηθεί και με έχεις ήδη χάσει”.

Εξάλλου, μια σχέση δοκιμάζεται στη σύγκρουση. Εάν δεν μπορεί να επιβιώσει από αυτή, τότε είχε ήδη το πρόβλημα. ΠΡΟΣΟΧΗ, δεν μιλάμε για συγκρούσεις που έρχονται καθυστερημένα αφότου το απόστημα έχει σπάσει, π.χ. για μία σφοδρή σύγκρουση μετά από απιστία. Μιλάμε για συγκρούσεις καθημερινές σε πρακτικά ζητήματα, λιγότερο ή περισσότερο σοβαρά που όμως πρέπει να διευθετηθούν αν θες να υπάρχει μπροστά σας ο βίος ο ανθόσπαρτος.

Ο καυγάς, λοιπόν, δίνει ευκαιρία στο ζευγάρι. Δείξε τη δυσφορία σου, συζήτησέ το, μη σε τρομάζουν κάποιες ώρες ή μέρες απομόνωσης. Θα έρθει η ώρα που μια ατάκα ή λίγο χιούμορ θα αποκαταστήσει τον πάγο. Δείξε όμως στο άλλο πρόσωπο τα όριά σου και τις επιπτώσεις που έχει, όταν αυτά παραβιάζονται επανειλημμένα.

Η εναλλακτική είναι να παγώσεις μπροστά στην πηγή της δυσφορίας σου. Να αναλογιστείς πόσο ολέθρια θα είναι η σύγκρουση, να χαμογελάσεις αμήχανα, να επιβεβαιώσεις ότι όλα είναι μια χαρά και αυτό μέσα σου να φουσκώνει, να θεριεύει και να συσσωρεύεται. Να μεγαλώνει ακόμα περισσότερο επειδή το συζήτησες με όλους εκτός από εκείνο το πρόσωπο που έπρεπε. Και κάποια στιγμή όλα αυτά που είναι πολλά και έχουν επιπλέον γιγαντωθεί, να σκάνε από μία αμελητέα αφορμή.

Εξάλλου, σύμφωνα με την επιστήμη, το θέμα δεν είναι απλά να καυγαδίζεις, αλλά να καυγαδίζεις με υγεία και αυτό είναι επίσης θέμα εξέλιξης προσωπικής αλλά και κοινής ως ζευγαριού. Ένας καυγάς που γίνεται με αφορμή το σήμερα αλλά τελικά καταλήγει σε συζήτηση για το τι μπορεί να έκανες τρία χρόνια πριν δεν θα έχει σίγουρα το αποτέλεσμα που θέλεις και θα είναι οπωσδήποτε ένας καυγάς που τελικά θα ευχόσουν να τον είχες αποφύγει.

Και μια τελευταία διευκρίνιση: Άλλο καυγάς για συγκεκριμένο θέμα, τη σωστή στιγμή μεταξύ δύο ανθρώπων που το παλεύουν και άλλο μια αιώνια, ατέρμονη γκρίνια που σε κάνει τελικά να αναρωτιέσαι αν τελικά παίρνεις κάποια ελάχιστη ευχαρίστηση και χαρά από τη συνύπαρξη με το συγκεκριμένο άτομο.

Συμπέρασμα: Εάν το ζευγάρι μπορεί να ξεχωρίσει πότε αξίζει να καυγαδίσει, εάν ο καθένας περισσότερο ακούει παρά μιλάει, εάν διαχειριζόμαστε μόνο δυσκολίες της στιγμής και όχι τα σφάλματα του / της συντρόφου μας από την εποχή των παγετώνων, εάν δίνουμε χρόνο να διαχειριστούμε τα αρνητικά μας συναισθήματα και εάν ο στόχος μας είναι όντως να συνυπάρχουμε στο μέλλον με αυτό το άτομο υπό ακόμα καλύτερες συνθήκες, τότε και η λύση θα βρεθεί αλλά και η αποκλιμάκωση θα έρθει γρήγορα και φυσιολογικά.

Ας επικαλεστούμε και την επιστήμη της σεισμολογίας: Καλύτερα συχνοί και μικροί σεισμοί για να εκτονώνεται το φαινόμενο, παρά το ένα και μοναδικό χτύπημα του εγκέλαδου που θα μας ισοπεδώσει. Ε, αυτό.

Συντάκτης: Σοφία Ρηγοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη