Αν νόμιζες ότι υπάρχουν μόνο «χερσαία» γλυπτά, έκανες λάθος. Κάτω από τα νερά των νήσων Μπαχάμες, ο Ocean Atlas του γλύπτη Jason de Caires Taylor δεσπόζει ως το μεγαλύτερο υποβρύχιο γλυπτό στον κόσμο και προβάλλει τον γνωστό μύθο του Άτλαντα επαναπροσδιορίζοντάς το και τοποθετώντας το σε έναν κόσμο που βλέπει την οικολογική κατάρρευση να πλησιάζει.
Με ύψος πάνω από 16 πόδια και βάρος πάνω από 60 τόνους, το γλυπτό είναι πραγματικά τεράστιο. Απεικονίζει ένα νεαρό κορίτσι που κουβαλά το βάρος του ωκεανού πάνω της σαν άλλος Άτλαντας, ο οποίος κρατούσε στους ώμους του τους ουρανούς.
Βρίσκεται μόλις 5 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, γεγονός που επιτρέπει τόσο στους λάτρεις του snorkeling όσο και στους δύτες να θαυμάσουν το έργο τέχνης, βάρους 66 τόνων (60 μετρικών τόνων).

Βέβαια, εκτός από αξιοθέατο για τους ταξιδιώτες, λειτουργεί και ως πόλος έλξης για τη θαλάσσια ζωή. Έχει κατασκευαστεί από υλικά με ουδέτερο pH, τα οποία επιτρέπουν στο γλυπτό να λειτουργεί ως τεχνητός ύφαλος, συμβάλλοντας έτσι στην αύξηση της ποικιλίας των κοραλλιών στην περιοχή.

Η δημοτικότητά του έχει επίσης βοηθήσει να απομακρυνθούν κάποιοι επισκέπτες από ορισμένα από τα δημοφιλέστερα σημεία κατάδυσης των Μπαχαμών, αρκετά από τα οποία έχουν υποστεί ζημιές στους υφάλους λόγω του υπερτουρισμού.
Ο δημιουργός δεν επέλεξε τυχαία τον συγκεκριμένο μύθο, ο οποίος περιέχει πάλι τα περισσότερα μοτίβα της αρχαιοελληνικής σκέψης και κυρίως αυτό της αιώνιας τιμωρίας και της επιβολής του δίκαιου του ισχυρού. Πιο συγκεκριμένα, όταν ο Δίας νίκησε τους Τιτάνες στην Τιτανομαχία, τιμώρησε τον αρχηγό τους και ταυτόχρονα τον πιο δυνατό και επιδέξιο Τιτάνα, τον Άτλαντα με την αιώνια τιμωρία να κουβαλάει τον ουράνιο θόλο. Ο δυνατός επιβάλλεται αιώνια στον αδύνατο και η βουλή του Δία είναι απαράβατη.

Συνεχίζοντας με τον μύθο, ο Ησίοδος αναφέρει ότι ο Άτλαντας βρισκόταν στο δυτικό άκρο της Γης. Εκεί τον βρήκε ο Ηρακλής, όταν πήγε να πραγματοποιήσει τον άθλο των μήλων των Εσπερίδων κατ’ εντολή του δόλιου θείου του, Ευρυσθέα. Επειδή, όμως, δεν ήθελε να τα πάρει ο ίδιος από τον κήπο των Εσπερίδων, αντικατέστησε τον Άτλαντα στα βαριά καθήκοντά του για όσο χρόνο εκείνος θα έλειπε και έστειλε αυτόν να κλέψει τα μήλα. Όταν όμως ο Άτλας επέστρεψε με τους πολύτιμους καρπούς, δεν ήθελε να κρατήσει πλέον τον ουράνιο θόλο. Τότε, ο Ηρακλής προσποιούμενος πως χρειάζεται βοήθεια για να κρατήσει τον θόλο σταθερότερα, εξαπάτησε τον Άτλαντα, αφήνοντάς του όλο το βάρος κι έτσι εκείνος εξακολούθησε την τιμωρία του επιβεβαιώνοντας πως το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Η ιστορία του Άτλαντα αναφέρεται και από τον Λουκιανό, καθώς σε έναν διάλογο μεταξύ του Χάροντα και του Ερμή ο δεύτερος καλεί τον πρώτο να πιστέψει ότι όλα είναι κατορθωτά, «αρκεί να σκεφτείς ότι ο Άτλαντας κουβαλάει στις πλάτες του μόνος του τον ουράνιο θόλο.»



Το βασικό στοιχείο του μύθου είναι η θαυμαστή και παραδειγματική καρτερικότητα με την οποία ο Άτλαντας υπέμεινε την τιμωρία του, γι’ αυτό εξάλλου και το όνομά του ετυμολογείται «ως ο τα πάντα υπομένων (α+τλαν)». Υπάρχει βέβαια και η εκδοχή του Μπαμπινιώτη, ο οποίος ερμηνεύει το όνομα του Τιτάνα ως κάποιου που τα πάντα τολμά.
Όπως και να ‘χει ο γλύπτης Jason de Caires Taylor ήδη έχει δώσει τη δική του ερμηνεία στον μύθο, βάζοντας στη θέση του Τιτάνα ένα νεαρό κορίτσι από τις Μπαχάμες. Με αυτόν τον τρόπο επαναπροσδιορίζει για πάντα τον μύθο. Το βάρος πλέον δεν είναι κυριολεκτικά ο πλανήτης. Το βάρος είναι η κλιματική αλλαγή, η ρύπανση, η υπεραλίευση και η απώλεια οικοτόπων, ένα βάρος που δεν θα το επωμιστεί τόσο αυτή η γενιά όσο οι επόμενες που θα ακολουθήσουν. Το γλυπτό αυτό είναι ένα μανιφέστο κατά της κατάρρευσης των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και της μόλυνσης των υδάτων εν γένει και είναι οξύμωρο αλλά συνάμα καλλιτεχνικά αποτελεσματικό, καθώς το ίδιο γλυπτό που πραγματεύεται όλα τα παραπάνω, γίνεται σπίτι για τη χλωρίδα και την πανίδα του ωκεανού.
Είναι ίσως μια υπενθύμιση ότι πρέπει να αλλάξουμε τον μύθο. Οι σύγχρονοι Άτλαντες – εμείς – μάλλον πρέπει να σταματήσουμε καρτερικά να κουβαλάμε και να αποφασίσουμε να δράσουμε κοιτώντας το φορτίο μας κατάματα.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
