Μας πούλησαν ένα ωραίο παραμύθι. Ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει ο άνθρωπός σου. Ο ένας. Η μία. Αυτός που θα σε καταλάβει, θα σε αντέξει, θα σε θέλει, θα γελάει με τις μαλακίες σου, θα αγαπάει τις πληγές σου, θα σε κοιτάει στα εβδομήντα όπως σε κοίταξε στα τριάντα και θα πεθάνετε αγκαλιά σαν να σας είχε γράψει κάποιος κακός σεναριογράφος. Δεν πάει έτσι. Ο άνθρωπος που ερωτεύτηκες σήμερα σε δέκα χρόνια δεν θα υπάρχει. Και ούτε εσύ. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβεις.

Δε διαλέγεις έναν άνθρωπο. Διαλέγεις όλες τις εκδοχές που μπορεί να γίνει. Και εκείνος τις δικές σου.

Στην αρχή, βέβαια, είναι εύκολα. Η φύση κάνει όλη τη βρόμικη δουλειά. Μυρωδιές, δέρμα, μάτια, πόδια, φωνές, τεστοστερόνες, οιστρογόνα, ντοπαμίνες, ωκυτοκίνες, στύσεις, ιδρώτας, φαντασία. Ένα χημικό πανηγύρι και ξαφνικά νομίζεις πως βρήκες το νόημα της ζωής επειδή κάποιος σε φίλησε σωστά. Η φύση είναι πανίσχυρη. Αλλά είναι καλή μόνο στο πρώτο κεφάλαιο.

Μετά φεύγει από τη σκηνή και σε αφήνει να καθαρίσεις εσύ. Γιατί το κορμί που κάποτε περίμενες να αγγίξεις τώρα ροχαλίζει δίπλα σου. Η γυναίκα που ήταν μυστήριο σου λέει ότι τέλειωσε το χαρτί υγείας. Ο άντρας που έμοιαζε ατρόμητος φοβάται τη δουλειά του, τα λεφτά, τα χρόνια που περνούν. Και κάπου εκεί αρχίζει η πραγματική σχέση.

Όχι όταν σου αρέσουν όλα. Αλλά όταν ανακαλύπτεις τι δεν σου αρέσει και αν μπορείς να ζήσεις μαζί του. Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό. Δεν ψάχνεις μόνο αυτόν που λατρεύεις. Ψάχνεις αυτόν του οποίου τις ατέλειες δεν θα καταλήξεις να μισήσεις. Γιατί προβλήματα θα υπάρχουν πάντα. Κάποια δεν θα λυθούν ποτέ. Ο άλλος θα συνεχίσει να είναι άλλος. Κι εσύ θα συνεχίσεις να είσαι εσύ. Το ερώτημα είναι αν μπορείτε να κουβαλήσετε αυτές τις διαφορές χωρίς να γίνετε δύο δήμιοι στο ίδιο σπίτι.

Και μη μου πεις «πρέπει πρώτα να γνωρίσεις τον εαυτό σου». Κανείς δεν γνωρίζει τον εαυτό του. Τον μαθαίνει όταν στριμώχνεται. Νόμιζες ότι δεν ζηλεύεις μέχρι που αγάπησες. Νόμιζες ότι είσαι υπομονετικός μέχρι που συγκατοίκησες. Νόμιζες ότι συγχωρείς μέχρι που σε πρόδωσαν. Νόμιζες ότι είσαι ανεξάρτητος μέχρι που φοβήθηκες πως κάποιος θα φύγει.

Ο άλλος είναι καθρέφτης. Και μερικές φορές σου δείχνει ένα πρόσωπο που δεν θέλεις ούτε εσύ να κοιτάξεις. Εκεί αρχίζει η αυτογνωσία. Όχι στα βιβλία. Στον καβγά στις δύο το πρωί. Στη ζήλια. Στην απόρριψη. Στη σιωπή. Στο «δεν σε αναγνωρίζω πια».

Και ναι. Δεν θα τον αναγνωρίζεις πάντα. Γιατί θα αλλάξει. Θα γεράσει. Θα φοβηθεί. Θα δυναμώσει. Θα πέσει. Θα χάσει ανθρώπους. Θα αλλάξει όνειρα. Μπορεί να θέλει στα σαράντα πράγματα που στα τριάντα κορόιδευε. Άρα η σωστή ερώτηση δεν είναι: «Ταιριάζουμε;» Είναι: «Μπορούμε να συνεχίσουμε να αλλάζουμε χωρίς να πάψουμε να συναντιόμαστε;» Αυτό είναι σχέση.

Και όχι, το παιδί δεν θα σας σώσει. Το παιδί είναι παιδί. Δεν είναι κόλλα. Δεν είναι σύμβουλος γάμου. Δεν είναι λόγος να κοιμούνται δύο ξένοι για είκοσι χρόνια στο ίδιο κρεβάτι. Αν πίσω από το «μαμά και μπαμπάς» δεν υπάρχουν ακόμα δύο άνθρωποι που θέλουν να κοιτάζονται, κάποτε το παιδί θα μεγαλώσει, θα κλείσει την πόρτα και θα μείνετε μόνοι σας. Και τότε θα φανεί η αλήθεια.

Η σχέση θέλει κάτι βαθύτερο. Κοινή κατεύθυνση. Όχι ίδια μουσική. Όχι ίδια χόμπι. Κατεύθυνση. Πού πάμε; Τι χτίζουμε; Τι σημαίνει για εμάς οικογένεια, ελευθερία, αξιοπρέπεια, χρήμα, πίστη, ζωή; Γιατί δύο άνθρωποι μπορούν να αγαπιούνται σαν τρελοί και να θέλουν εντελώς διαφορετικές ζωές. Και εκεί η αγάπη δεν τους σώζει. Τους κάνει απλώς να υποφέρουν περισσότερο.

Και μετά έρχονται οι πράξεις. Εκεί ξεβρακώνεται ο καθένας. «Θα είμαι εδώ.» Θα είσαι; «Σε σέβομαι.» Τότε γιατί με εξευτελίζεις όταν θυμώνεις; «Σε εμπιστεύομαι.» Τότε γιατί ψάχνεις το κινητό μου; «Είσαι προτεραιότητά μου.» Τότε γιατί περισσεύω πάντα;

Ο χρόνος δεν ακούει λόγια. Κρατάει λογιστικά βιβλία πράξεων. Και στο τέλος βγάζει ισολογισμό.

Θα υπάρξουν μέρες που δεν θα είσαι ερωτευμένος. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τελείωσε. Θα υπάρξουν μέρες που θα κοιτάξεις τον άνθρωπό σου και δεν θα ακούσεις βιολιά. Θα θέλεις απλώς να κοιμηθείς. Εκεί φαίνεται αν υπάρχει κάτι πέρα από την καύλα. Φιλία. Σεβασμός. Περιέργεια. Δέσμευση. Η ικανότητα να επιστρέφεις.

Γιατί οι σχέσεις δεν πεθαίνουν πάντα από μια μεγάλη προδοσία. Πεθαίνουν από μικρές καθημερινές δολοφονίες. Από το ειρωνικό χαμόγελο. Από το «άσε μας τώρα». Από την περιφρόνηση. Από το να σταματήσεις να βλέπεις άνθρωπο και να αρχίσεις να βλέπεις ελάττωμα.

Και ίσως στο τέλος όλη η συμφωνία να είναι μία. Δεν σου υπόσχομαι ότι δεν θα αλλάξω. Θα αλλάξω. Δεν σου υπόσχομαι ότι δεν θα σε πληγώσω ποτέ. Μπορεί να το κάνω. Δεν σου υπόσχομαι ότι θα σε ποθώ κάθε μέρα σαν την πρώτη. Κανείς δεν μπορεί. Σου υπόσχομαι όμως ότι, όσο υπάρχει αξιοπρέπεια ανάμεσά μας, δεν θα σταματήσω να προσπαθώ να σε γνωρίζω ξανά. Κι εσύ εμένα.

Γιατί τελικά δεν είναι σπουδαίο να αγαπήσεις κάποιον όταν είναι νέος, όμορφος, ερωτευμένος και εύκολος. Το δύσκολο είναι να περάσουν σαράντα χρόνια, να κοιτάξεις έναν εντελώς διαφορετικό άνθρωπο και να μπορέσεις ακόμη να αναγνωρίσεις μέσα του όλους εκείνους που αγάπησες. Η κοπέλα. Η γυναίκα. Η μάνα. Η κουρασμένη. Η θυμωμένη. Η γριά. Ο νεαρός. Ο άντρας. Ο πατέρας. Ο φοβισμένος. Ο γερασμένος. Και να πεις: Σε γνώρισα χίλιες φορές. Άλλαξες χίλιες φορές. Άλλαξα κι εγώ. Και κάπως, μέσα σε όλο αυτό το γαμημένο χάος, συνεχίσαμε να βρίσκουμε ο ένας τον άλλον.

Αυτό δεν είναι παραμύθι. Αυτό είναι αγάπη.

Συντάκτης: Κπτ. Γιώργος Μπαρμπαρής