Η ευτυχία δεν είναι τρόπαιο να το κρεμάσεις στον τοίχο, ούτε στόχος να τον πετύχεις με ιδρώτα και άγχος. Είναι κάτι πιο… ήσυχο. Σαν να κάθεται δίπλα σου ενώ εσύ ψάχνεις αλλού.
Την κυνηγάς και γελάει. Τρέχεις και εξαφανίζεται. Σταματάς… και τότε, σαν να βαρέθηκε να παίζει μαζί σου, έρχεται και κάθεται μέσα σου χωρίς να κάνει θόρυβο.
Ο Ζορμπάς θα σου έλεγε:
«Ρε, άσε τα πολλά και ζήσε!»
Και ο Μπουκόφσκι, με ένα ποτήρι στο χέρι, θα συμπλήρωνε:
«Και σταμάτα να αγχώνεσαι σαν ηλίθιος για πράγματα που ούτε θα θυμάσαι αύριο.»
Γιατί αυτοί που κυνηγούν την ευτυχία είναι σαν αυτούς που κυνηγούν τον ορίζοντα· όσο πιο γρήγορα πάνε, τόσο πιο μακριά τον σπρώχνουν. Και μέσα σε όλο αυτό, οι ορμόνες, οι μικροί απατεώνες του σώματος, σου ψιθυρίζουν: «Αυτό είναι! Αυτό είναι ευτυχία!» και εσύ το πιστεύεις, μέχρι να φύγει και να μείνεις με το κενό.
Μα η αλήθεια είναι αλλού. Η ευτυχία έρχεται όταν δεν τη χρειάζεσαι. Όταν πίνεις έναν καφέ χωρίς λόγο, όταν γελάς χωρίς αιτία, όταν αποδέχεσαι ότι ο δρόμος προς το «ωραίο» περνάει από λάσπη, πέτρα και σκόνη. Ναι, από χωματόδρομο. Και εκεί, μέσα στη σκόνη, ανάμεσα σε ανθρώπους που αγχώνονται, που φοβούνται, που τρέχουν σαν χαμένοι, εσύ σταματάς, τους κοιτάς και λες: «Ρε… χαλαρώστε λίγο. Η ζωή δεν είναι project να το παραδώσεις. Είναι κρασί να την πιεις στο ποτήρι.»
Και τότε καταλαβαίνεις. Η ευτυχία δεν είναι κάτι που έρχεται. Είναι κάτι που αποκαλύπτεται όταν σταματήσεις να κάνεις σαν τρελός.
Και αυτό είναι τόσο απλό, που γίνεται σχεδόν αβάσταχτο.
