Article of the day: Η Αλίκη Μουσμούλα ερμηνεύει τη θεωρία στους στίχους της Μποφίλιου. Δες εδώ το άρθρο. 

roman-melnychuk-azgn-sq4t-y-unsplash

Εκείνη η ερωτική επιστολή που κάποτε τόλμησες κι έστειλες. Ή εκείνη που έμεινε αποθηκευμένη σε κάποια πρόχειρα να τη σκονίζουν οι αμφιβολίες. Αυτόματες καταγραφές ή δομημένες εξομολογήσεις, είναι τα δικά σας αληθινά ερωτικά γράμματα και τα θέλουμε. Τόλμησε να τα μοιραστείς μαζί μας και με το πρόσωπο που απευθύνονται. Τα περιμένουμε στο info@ pillowfights.gr με τίτλο «Συστημένα».

 

Γράφει η Ε. Μ..

 

Ξέρεις κάτι, σε σκέφτομαι. Δε θα το αρνηθώ, δε μου χρειάζεται κιόλας να το κάνω. Σε σκέφτομαι αρκετές φορές μέσα στην ημέρα. Κάποιες φορές με επισκέπτεσαι και στον ύπνο μου και ξυπνάω ανήσυχα, χωρίς να ξέρω γιατί. Κάνω σαν να μην υπάρχεις όλη την ημέρα, έχω εξασκηθεί τόσο που το κάνω και στον ύπνο μου. Δεν μπορώ να ελέγξω τα όνειρά μου, δεν μπορώ να ελέγξω τη σκέψη μου, μπορώ όμως να μη σε θέλω εδώ, στο παρόν μου. Σ’ ένα παρόν που δε σε εμπεριέχει καθόλου, που όπου κι αν κοιτάξεις δεν υπάρχει κανένα σημάδι σου, τίποτα από σένα. Είμαι περήφανη γι’ αυτό, τα έχω καταφέρει όσο κι αν προσπαθούσες για το αντίθετο. Δεν πίστεψες ότι μπορώ να το κάνω, εσύ που πάντα πίστευες σε μένα, με είχες για όλα ικανή, εκτός απ’ αυτό. Και το ξέρεις ότι τα έχω καταφέρει μόνη μου. Πολλές φορές ήμουν μόνη μου σε όλο αυτό. Δεν σου αρέσει καθόλου να το ακούς, μα είναι η αλήθεια. Βέβαια ποτέ δεν τα πήγες αρκετά καλά μαζί της.

Παραδέχομαι λοιπόν ότι σε σκέφτομαι, είμαι εδώ γενναία και δυνατή για να το ομολογήσω. Τολμώ να το κάνω και με το ίδιο θάρρος να σου πω κατάμουτρα ότι μου λείπεις, αλλά χαίρομαι που δεν είσαι εδώ. Χαίρομαι ναι, δε μου ξέφυγε τυχαία αυτό το ρήμα. Το νιώθω κι αυτό που νιώθω είναι χαρά, ανακούφιση, ελευθερία. Είμαι αρκετά μεγάλη πια για να τα ξεχωρίσω. Ήμουν και μαζί σου χαρούμενη, μην προτρέχεις να με κατηγορήσεις, αλλά μ’ έναν διαφορετικό τρόπο, μες την παραζάλη μου, στον έρωτα που μου παρουσιάστηκε ως ιδανικός, ή μάλλον ως ιδανικά μοναδικός. Τότε ήμουν αρκετά ερωτευμένη και παρασυρμένη από τη γοητεία σου για να μπορώ να καταλάβω ότι αυτή ήταν μια εφήμερη, κλεμμένη χαρά, που δε θα διαρκούσε για πολύ ακόμα.

 

 

Μπορώ να παραδεχτώ όμως ότι την έκανες να διαρκέσει περισσότερο από τις προσδοκίες μου, ίσως και από τις δικές σου. Αλήθεια δε σε ρώτησα ποτέ τι ήθελες τελικά, τι περίμενες από μένα, πώς ήθελες να καταλήξουμε. Δε σε ρώτησα για τίποτα που δεν ήμουν έτοιμη να ακούσω την απάντηση, προτιμούσα τις δικές μου αλήθειες. Με κάλυπταν οι δικές μου επιθυμίες, οι απαντήσεις, οι προσδοκίες κι όλα όσα πίστευα για σένα και στην τελική για μας. Μας λόγισα αρκετές φορές ως δυάδα, επικίνδυνα θαρραλέα και φοβερά δυναμική. Δεν είχα καταλάβει όμως ότι αν εγώ σταματήσω να βάζω συνέχεια τον εαυτό μου στο ρίσκο, θα εξασθενήσει ο ομάδα, θα χάσει τη δύναμή της και δε θα αρκεί το δικό σου ταμπεραμέντο για να σώσει την παρτίδα. Δε με πειράζει όμως και τόσο τελικά.

Δε θα μιλήσω άσχημα για σένα, ποτέ δε θα με ακούσεις να σε υποτιμώ, να σε υποβαθμίζω, να φωτίζω τον άσχημη πλευρά του κόσμου σου. Έχω να θυμάμαι μόνο τη σπίθα, το πείσμα σου, το θάρρος σου για να ‘ρθεις και να με βρεις και το θράσος σου για να μείνεις στον κόσμο μου. Έναν κόσμο που σίγουρα δε φτιάχτηκε για να ζήσεις εσύ μέσα. Οριακά δε σε χωρούσε, τα κατάφερες όμως να μείνεις για καιρό και στο δίνω αυτό το παράσημο, σου αξίζει. Έκοψες από μένα, έραψες από σένα και ο κόσμος μου άρχιζε να μοιάζει ένα περιβάλλον που μπορεί να σε φιλοξενήσει, απλώς δεν ξέρω τελικά αν αυτό που έφτιαξες ήταν ο δικός μου κόσμος ή αυτό που θα ‘θελες να δεις από μένα.

Δε με νοιάζει τελικά όμως να βρω απαντήσεις, να ψάξω λύσεις, να αναζητήσω αιτίες και αστείες αφορμές για επόμενη συνάντηση. Με νοιάζει που δεν τρομάζω πια όταν σε βλέπω ξαφνικά να περνάς στο απέναντι πεζοδρόμιο, με νοιάζει που όταν ακούω το όνομά σου δεν μπερδεύω τις λέξεις μου, με νοιάζει που μπορώ να ζήσω χωρίς ίχνος από σένα όσο κι αν με είχες κάνει να πιστέψω το αντίθετο, με νοιάζει που προχωράω και δεν κρυφοκοιτάζω πίσω μου, που δε σε ψάχνω στο μπαρ, που δεν ανησυχώ μην χτυπήσει το κινητό μου κι εμφανιστεί με φωτεινά γράμματα το όνομά σου, που βλέπω την ευτυχία σου και καμαρώνω γι’ αυτήν κι ας ακροβατεί επικίνδυνα σε μια λεπτή κλωστή- δε με αφορά. Και τελικά ξέρεις τι με νοιάζει περισσότερο; Που δεν ψάχνω εσένα σε κανέναν άλλο.

Δε θέλω ξανά κάποιον σαν εσένα, δε θέλω να σου μοιάζει. Δε θέλω κανείς να σε θυμίζει, ήσουν μοναδικός, το παραδέχομαι, αλλά δε θέλω καμία κακέκτυπη επανάληψή σου, ακόμα κι από σένα τον ίδιο. Σου αφήνω τη θέση, το χώρο σου, σε έχω πάντα μαζί μου, μπορεί λίγο πιο πίσω από εκεί που έχεις συνηθίσει να βρίσκεσαι, μπορεί να μην το δείχνω, να μην το ξέρεις, αλλά σε κουβαλάω μέσα μου κι όχι ως βάρος πια κι αυτή είναι η μεγαλύτερή μου νίκη.