Εκείνη η ερωτική επιστολή που κάποτε τόλμησες κι έστειλες. Ή εκείνη που έμεινε αποθηκευμένη σε κάποια πρόχειρα να τη σκονίζουν οι αμφιβολίες. Αυτόματες καταγραφές ή δομημένες εξομολογήσεις, είναι τα δικά σας αληθινά ερωτικά γράμματα και τα θέλουμε. Τόλμησε να τα μοιραστείς μαζί μας και με το πρόσωπο που απευθύνονται. Τα περιμένουμε στο info@ pillowfights.gr με τίτλο «Συστημένα».

Γράφει η Μαριαλένα 

Ξέραμε πως θα φύγεις. Κι εσύ κι εγώ. Ήταν από εκείνους τους αναγκαστικούς αποχωρισμούς για λόγους δουλειάς, τους αναπόφευκτους που όμως θα κρατούσαν για λίγο. Τα κλάματα ξεκίνησαν αρκετές μέρες νωρίτερα. Τα ‘χα βάψει μαύρα κι η καθημερινότητά μου χωρίς εσένα φαινόταν στο μυαλό μου βουνό. Και μόνο στην ιδέα πως δε θα ‘σαι πια στη ρουτίνα μου, στεναχωριόμουν.

Όσο οι μέρες πλησίαζαν σε ρωτούσα πόσο συχνά θα μιλάμε, αν θα με θυμάσαι ή θα με ξεχάσεις. Σε πείραζα και σου έλεγα παιχνιδιάρικα πως η απόσταση θέλει κότσια για να την παλέψεις. Πως απ’ τη στιγμή που θα ΄μαστε μακριά τίποτα δε θα ‘ναι όπως το ξέρουμε μέχρι σήμερα, πως οι ζωές μας και η σχέση μας θ’ αλλάξουν πια. Εσύ με καθησύχαζες γελώντας, λέγοντας πως θα ‘ναι μονάχα για λίγο και πως θ’ αντέξουμε εμείς, θα τα καταφέρουμε όπως τόσες και τόσες φορές.

Κι έφυγες. Είπες το αντίο κι εγώ σε πήγα στο αεροδρόμιο. Ήταν μια απ’ τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Εκείνη η αγκαλιά την ώρα που σου ψιθύρισα στ’ αφτί πως θα μου λείψεις. Κι ενώ περίμενα πως στον γυρισμό για το σπίτι η απουσία σου θα ήταν αισθητή, πως κάτι θα έλειπε απ’ το διπλανό κάθισμα του αυτοκινήτου, δεν ένιωθα τίποτα παραπάνω παρά το απόλυτο κενό.

Γύρισα σπίτι κι έκανα ό,τι θα κάναμε μαζί. Εκεί σε έψαξα λιγάκι, μα δεν ξέρω αν ήταν από πάθος ή από συνήθεια. Το ίδιο βράδυ πήρα αγκαλιά το μαξιλάρι σου λέγοντας πως είσαι εσύ κι ενώ περίμενα πως δε θα με πάρει ο ύπνος χωρίς να κουρνιάσουμε μαζί, τελικά μπορεί και να κοιμήθηκα καλύτερα απ’ ότι μαζί σου. Κανείς δε μου τραβούσε την κουβέρτα και δεν ένιωθα περιορισμένη στα δικά μου όρια.

Το πρωινό μου το επόμενο πρωί πάλι μόνη το πήρα, μα δεν είχε και καμιά τρελή διαφορά γιατί εγώ ετοίμαζα και των δυο μας. Μόνο που τώρα πια η κούπα ήταν μία και το τοστ επίσης. Αναρωτιόμουν γιατί δεν κλαίω, πίστεψα πως ήταν ακόμη πολύ φρέσκος ο αποχωρισμός, πως δεν τον είχα συνειδητοποιήσει.

Οι μέρες περνούσαν κι άρχισα να βγαίνω με φίλους και γνωστούς. Το πρωί στη δουλειά, τ’ απογεύματα με παρέα, τα βράδια άραγμα μόνη στο σπίτι. Κι εσύ ήσουν απλώς ένα τηλέφωνο. Μια ρουτίνα κι αυτό που όμως όσο περνούσαν οι μέρες δε νοσταλγούσα. Δε μετρούσα λεπτά για να ξαναμιλήσουμε, ούτε τις μέρες που είχαμε να ιδωθούμε.

Τι περίεργο κι αυτό. Νόμιζα πως συνήθισα τόσο γρήγορα μακριά σου, μα τελικά η αλήθεια ήταν μπροστά στα μάτια μου και δεν ήθελα να τη δω. Η απουσία σου δε με ενόχλησα και τόσο, γιατί μάλλον δεν ήμουν και τόσο ερωτευμένη μαζί σου. Από συνήθεια σε ήθελα κι όχι από πάθος τρελό. Γι’ αυτό και τόσο όμορφα περνούσα μακριά σου.

Η στιγμή της συνειδητοποίησης έφτασε! Τελικά δε σε ήθελα όσο νόμιζα. Για την ακρίβεια σε ήθελα λιγότερο. Από εκείνη τη στιγμή και μετά το λήξαμε, γιατί το να ‘μαστε καλύτερα χώρια απ’ ότι μαζί το λες και αφύσικο. Καλά περνούσαμε, δε λέω, αλλά όταν η απουσία είναι τόσο ευχάριστη, μάλλον φωνάζει πως πρέπει να πάω γι’ άλλα! Συγγνώμη για τα κλάματα, δεν ήξερα πως θα ένιωθα έτσι τη στιγμή που θα έφευγες. Άλλο περίμενα κι άλλο συνέβη!