Εκείνη η ερωτική επιστολή που κάποτε τόλμησες κι έστειλες. Ή εκείνη που έμεινε αποθηκευμένη σε κάποια πρόχειρα να τη σκονίζουν οι αμφιβολίες. Αυτόματες καταγραφές ή δομημένες εξομολογήσεις, είναι τα δικά σας αληθινά ερωτικά γράμματα και τα θέλουμε. Τόλμησε να τα μοιραστείς μαζί μας και με το πρόσωπο που απευθύνονται. Τα περιμένουμε στο info@ pillowfights.gr με τίτλο «Συστημένα».

 

Γράφει η Ρ.

 

Θες μεγάφωνο, λες, να τη φωνάξεις την καψούρα μας να την ακούσουν όλοι. Μα αναρωτιέμαι, για ποιον λόγο; Δε θ’ άντεχε λες το συναίσθημα τον ψίθυρο και τις χαμηλές εντάσεις; Αν η απάντηση είναι όχι, σκέφτομαι πως λίγο πρέπει να τρομάξουμε. Να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που την κάνει όχι να θέλει να φανεί, μα να πρέπει. Να είναι αυτό ανάγκη της ενδόμυχη για να αντέξει στη φασαρία του περίγυρου.

 

 

Ξέρεις, από παιδί ακόμη δεν τα πήγαινα καλά με τους ήχους που με διαπερνούσαν. Έβαζε η μαμά την τηλεόραση στο τριάντα και στην πρώτη ευκαιρία το γύρναγα εγώ στο δεκαπέντε. Προτιμούσα, ακόμη, τις ταινίες με υπότιτλους, αυτές που και στη σίγαση να ήταν τα ηχεία μπορούσες να παρακολουθήσεις χωρίς πρόβλημα. Αφήνονταν έτσι το μυαλό να περιηγηθεί, να γίνει κι αυτό κομμάτι της ιστορίας, σαν να διάβαζε βιβλίο σχεδόν, σαν να μην είχε μπροστά του εικόνα. Και ακούω τι μου λες, πως η δική μας η ένταση δε θα είναι ηχορύπανση, μα μουσική από εκείνες που θες να νιώσεις στα πνευμόνια σου. Κολλάω όμως, γιατί όταν νιώσεις την ανάγκη να επιβληθείς με τους ήχους σου στον χώρο, νιώθουν και οι άλλοι την ανάγκη να σε υπερβούν. Να φωνάξουν πιο δυνατά. Να ασχοληθούν. Και δε θα έπρεπε να ‘χει ανταγωνισμό, μάτια μου, ο έρωτας. Να ψάχνουμε αν είναι ο δικός σου μεγαλύτερος ή ο δικός μου κι αν τυχόν του διπλανού μας ψήλωσε απότομα και μας πέρασε και τους δύο.

Ψήσου να το ζήσουμε για λίγο στα βουβά. Χωρίς μεγάλες δηλώσεις και κούφια λόγια σε γνωστούς κι αγνώστους. Αν με ρωτάς, άλλωστε, έχω να σου πω πως δεν πιστεύω σε αιώνιους έρωτες, ούτε σε καρμικές στιγμές και ταίρια, γιατί λοιπόν να μεγαλοπιανόμαστε πως εμείς τα έχουμε βρει όλα αυτά και να στήνουμε έτσι μόνοι μας τη φάκα, με καλής ποιότητας τυράκι στο κέντρο της; Κι αν απ’ την άλλη εσύ όλα αυτά τα πιστεύεις και τα δέχεσαι, τότε σκέψου πόσο πιο εντυπωσιακό θα είναι και στα δικά σου μάτια αν αντί για να μας βάλουμε εμείς τις ταμπελίτσες, επιτρέψουμε να μας τις βάλει ο χρόνος μόνος του. Να περάσουν οι μήνες και τα χρόνια και να ‘χει μείνει το συναίσθημα εκεί, πιθανώς επειδή δεν το τρομάξαμε με τις λέξεις μας και δεν του απαιτήσαμε να μείνει, κάνοντάς το να μη βλέπει την ώρα να εξαφανιστεί. Καλό δεν ακούγεται;

Είμαι πεπεισμένη πως ο έρωτας αγαπά την ησυχία. Σκέψου άλλωστε πού ζει και αναπτύσσεται. Το φυσικό του περιβάλλον είναι κάτι άτσαλα τοποθετημένα στο κρεβάτι σεντόνια, κάτι παραλίες με βότσαλο μετά τα μεσάνυχτα, και κάτι παγκάκια στην άκρη της πόλης που είναι απομονωμένα από τους πάντες. Ποιο απ’ αυτά τα μέρη έχει για χαρακτηριστικό του τον θόρυβο;

Για πες λοιπόν. Αντέχεις να ζήσουμε λίγο από εκείνο το συναίσθημα που κρύβεται σε ψίθυρους; Αν ναι, κάτι μου λέει πως θα ανακαλύψουμε παρέα πόση φασαρία μπορεί να κάνει κι η χαμηλότερη ένταση, απλώς και μόνο επειδή έχει τον έρωτα για συστατικό της.

Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Ρουσσάκη