Ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο που συναντάμε στην έρευνα της Διεθνούς Διαφάνειας είναι η θέση της χώρας μας στη λίστα με τις χώρες που είναι πιο επιρρεπείς  στη διαφθορά, για να το θέσουμε κομψά. Η Ελλάδα λοιπόν, σύμφωνα με την έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τον ευρωπαϊκο οργανισμό Media Freedom Rapid Response, βρίσκεται πλέον πάνω μόνο από 3 χώρες σ’ ολόκληρη την ΕΕ στη σχετική λίστα. Το στοιχείο αυτό αποτελεί εξήγηση για πολλά ευρήματα κι ένα απ’ αυτά είναι η καχυποψία των Ελλήνων απέναντι στις ΜΚΟ, τις δωρεές και τη φιλανθρωπία σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο.

Οι ΜΚΟ καθώς κι οι συναφείς φιλανθρωπικές οργανώσεις δραστηριοποιούνται πολλά χρόνια στη χώρα μας, ωστόσο ο αριθμός τους κι ο ρόλος τους παρουσίασαν ιδιαίτερη άνθηση την περίοδο της οικονομικής κρίσης και κυρίως την περίοδο της προσφυγικής κρίσης μετά τον πολεμ@ στη Συρία, που δημιούργησε ένα τεράστιο κύμα μεταναστών. Γιατί όμως σε μία κοινωνία με τα χαρακτηριστικά των Ελλήνων που δε στερείται ούτε συμπάθειας για τους αδυνάτους, ούτε ενσυναίσθησης, υπάρχει τόσο έντονη καχυποψία απέναντι στις ΜΚΟ;

Σύμφωνα μ’ έρευνα που έγινε από τη Focus Bari για λογαριασμό του «Χαμόγελου του παιδιού» 1 στους 3 Έλληνες είναι καχύποπτοι απέναντι στις ΜΚΟ κάτι που μάλλον ακουμπάει και στις φιλανθρωπικές δράσεις γενικότερα. To 65% συνεισφέρει επιλεκτικά και μεμονωμένα, το 24% σε τακτική βάση ενώ το 11% έχει αρνητική άποψη για τις ΜΚΟ.

Σε μία χώρα που όλοι ομολογούν ότι βασιλεύει η διαφθορά, είναι επόμενο ο μέσος πολίτης να θεωρεί ότι τέτοιου τύπου οργανώσεις δρουν με μη μόνιμα μέσα και μ’ αποκλειστικό σκοπό το κέρδος, συχνά το παράνομο κέρδος. Πόσο μάλλον όταν στην εξίσωση μπαίνει ένας πακτωλός χρηματοδότησης, ευρωπαϊκών κονδυλίων  και πρακτικές αμφιβόλου νομιμότητας. Μόλις πρόσφατα, για την ακρίβεια το 2021 άρχισε μια σοβαρή προσπάθεια να ρυθμιστεί ένα υγιές πλαίσιο λειτουργίας των ΜΚΟ, πλαίσιο που περιλαμβάνει εγγραφή σ’ ένα ενιαίο μητρώο, ορκωτούς λογιστές, πλήρη δημοσιοποίηση, οικονομικών στοιχείων.

Δεν έχει περάσει άλλωστε παρά μόνο μια δεκαετία από τότε που τέθηκαν υπό δικαστική διερεύνηση 600 ΜΚΟ μ’ έρευνες να διεξάγονται για την εύρεση τραπεζικών λογαριασμών, πλαστών τιμολογίων, υπεξαιρέσεων χρημάτων κι άλλων τέτοιων κάθε άλλο παρά φιλανθρωπικών δράσεων.

Μεγάλος είναι κι ο θόρυβος που προκλήθηκε απ’ τις πρόσφατες περιπτώσεις δύο ευρέως γνωστών φιλανθρωπικών οργανώσεων που ελέγχονται δικαστικά για τη δράση τους. Μπορεί οι δυο υποθέσεις να μην έχουν τελεσιδικίσει δικαστικά, ωστόσο η αρνητική δημοσιότητα που έχουν λάβει έχει ήδη προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον θεσμό της φιλανθρωπίας στη χώρα μας. Φτάνει μόνο να θυμηθούμε πόσοι επώνυμοι κι ανώνυμοι χορηγοί δήλωσαν δημοσίως, μετά το σάλο που προκλήθηκε στα ΜΜΕ, ότι αποσύρουν τη χρηματοδότηση τους προς συγκεκριμένους φορείς.

Πρόβλημα ασφαλώς αποτελεί το γεγονός ότι μεγάλο ποσοστό των ΜΜΕ με τη γνωστή κι αλάνθαστη μέθοδο του τσουβαλιάσματος, έχει επιδοθεί ουκ ολίγες φορές σ’ επιθέσεις με στόχο τις φιλανθρωπικές οργανώσεις με τέτοιο τρόπο ώστε να στιγματίζεται όλη η δράση της επονομαζόμενης πια Κοινωνίας Των Πολιτών.

Η ψυχραιμία ποτέ δεν έχει αποδειχθεί κακός σύμβουλος, αυτό ισχύει διαχρονικά και για όλες τις περιπτώσεις. Σε μια ιδανική κοινωνία ίσως να μην υπήρχε τόση ανάγκη για τη δράση ΜΚΟ και για φιλανθρωπικές οργανώσεις γενικότερα. Καλώς ή κακώς αυτοί οι φορείς ήρθαν να συμπληρώσουν ένα κενό που έχει δημιουργηθεί σε παγκόσμιο και επίπεδο, κενό των οποίων η ευθύνη βαραίνει τις κυβερνήσεις. Η  λύση μάλλον είναι μόνο μια και ακούει στην λέξη έλεγχος.

Έλεγχος από τους αρμόδιους φορείς, κανόνες διαφάνειας και τιμωρίες για τους ενόχους ως αποτρεπτικό μέσο επανάληψης φαινομένων που λερώνουν ολόκληρο το κίνημα της Κοινωνίας των Πολιτών. Ανάμεσα σε αυτούς που η δράση τους δημιουργεί καχυποψία και άσχημα συναισθήματα στον μέσο Έλληνα πολίτη, υπάρχουν οργανώσεις και φορείς που έχουν προσφέρει τεράστιο έργο και πιθανότατα και όλοι εμείς οφείλουμε να τις στηρίξουμε για να συνεχίσουν να το κάνουν. Η λογική ότι μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά είναι κάτι που δε χωρά σε αυτή την περίπτωση.

 

Συντάκτης: Νίκος Δούκας
Επιμέλεια κειμένου: Ανδρέας Πετρόπουλος