Δύσκολο πράγμα να φεύγεις μακριά, να αλλάζεις ζωή και να ξεχνιέσαι. Να κάνεις μία καινούρια αρχή, μακριά απ’ όλους κι απ’ όλα. Καινούριες γνωριμίες, καινούριοι φίλοι, καινούρια καθημερινότητα. Και σιγά-σιγά, όλο σου το παρελθόν διαγράφεται, φαίνεται πιο θολά μέσα απ’ το κιάλι του μυαλού σου.

Λίγες και καλές οι σημαντικές στιγμές που φαίνονται ακόμα ξεκάθαρα. Ξεχνάς τις λεπτομέρειες, τι να τις κάνεις άλλωστε; Γιατί να τις χρειάζεσαι, αφού η πραγματικότητα που έχεις δημιουργήσει τώρα χτίζεται από νέες, πιο φρέσκες και –ίσως– καλύτερες.

Λένε πως η πραγματικότητα στον κάθε άνθρωπο διαφέρει, πως ο καθένας μόνος του τη χτίζει και την εφαρμόζει ακριβώς επάνω στην «πολιτική γραμμή» των επιθυμιών του. Δεν υπάρχει χώρος για να παρακολουθείς από μακριά αυτά που διαδραματίζονται εκεί απ’ όπου ξεκίνησες. Ίσως κάποιο μακρινό αεράκι να σου μεταφέρει πληροφορίες, αλλά πλέον είναι κάτι τόσο ασήμαντο, αφού και να θέλεις δεν μπορείς παρά να είσαι θεατής τω πραγμάτων.

Και κάπως έτσι, η νέα σου ζωή γίνεται συνήθεια. Μια συνήθεια που σ’ αρέσει, την εξελίσσεις και τη ζεις με ανθρώπους που ταιριάζουν σ’ αυτήν. Κάποια βράδια, βέβαια, στον ύπνο σου έρχονται εκείνες οι στιγμές που έζησες με τους παλιόφιλους με τους οποίους μεγάλωσες μαζί κι όταν ανοίξεις τα μάτια σου, αναπολείς και θυμάσαι.

Μια δόση ζήλιας ίσως να διαπερνάει το κορμί σου καθώς σκέφτεσαι πώς θα ήταν η ζωή σου αν έμενες στάσιμος στην αφετηρία σου. Αλλά απευθείας το ξεχνάς γιατί η περηφάνια που νιώθεις για αυτό το διαφορετικό που έχεις φτιάξει ξεχειλίζει, για να μπορέσεις να ισορροπήσεις σε αυτό το λεπτό σκοινί που διαχωρίζει το παρελθόν απ’ το παρόν σου.

Αλλά η ζωή είναι πολύ περίεργη και θέλει να παίζει με τον πιο ειρωνικό τρόπο. Ανάμεσα στη σιγουριά και την ασφάλεια που σου προσφέρει το τώρα, σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό και με τα χέρια δεμένα στην πλάτη. Ενώ λοιπόν, είχες ξυπνήσει μία ακόμα συνηθισμένη μέρα για να πας να πιεις τον καφέ σου στο μέρος που συχνάζεις, γυρνάς το κεφάλι και βλέπεις αυτό που δεν περίμενες να συναντήσεις εκεί, στο πιο άκυρο μέρος του πλανήτη με τον πιο απρόσμενο τρόπο.

Βλέπεις εκείνον τον παλιόφιλο να σε κοιτάει με απορία. Ποικίλα συναισθήματα γεννιούνται μέσα σου, ανασφάλεια, αμφιβολία για το αν αυτό που βλέπεις βρίσκεται μέσα στα πλαίσια της πραγματικότητάς σου ή αν είναι μία οφθαλμαπάτη.

Αναρωτιέσαι τι πρέπει να κάνεις, νιώθεις περίεργα και σε κλάσματα δευτερολέπτου μαζεύεις όλη τη σιγουριά που υπάρχει μέσα σου και πλησιάζεις. Πλησιάζεις σε αυτόν τον γνωστό και ταυτόχρονα τόσο άγνωστο πλέον άνθρωπο με την ελπίδα να σε αναγνωρίσει και να σε αποδεχτεί.

Μέχρι να φτάσεις γεννιούνται σενάρια απόρριψης ή λάθους, αλλά συνεχίζεις κι όταν η θετικά προσκείμενη αντίδραση σε επιβεβαιώνει, γελάς και αγκαλιάζεσαι με αυτόν τον παλιόφιλο που τόσο σου έλειψε. Δεν το θυμόσουν ότι η δική του αγκαλιά είναι τόσο διαφορετική απ’ τις άλλες. Τόσο δυνατή και τόσο αληθινή. Καταλαβαίνεις τι μπορεί να σου κάνει, να ενώσει όλα σου τα σπασμένα καθώς και εκείνο το παζλ που είχες χαντακωμένο κάτω απ’ το κρεβάτι σου και που είχες ξεχάσει ότι υπάρχει.

Και κάπως έτσι ξεκινάει μία μακροσκελής συζήτηση για τη ζωή αυτών των χαμένων φίλων. Όλα τα κενά σημεία που έχετε ο ένας για τον άλλον. Μαθαίνετε τις εμπειρίες σας και καθώς αναλύετε με όλες τις λεπτομέρειες και το τι έχετε περάσει, νιώθετε λες κι ήσασταν εκεί κι ότι γνωρίζεστε καλά. Νιώθεις τόσο περίεργα καθώς καταλαβαίνεις το πόσο χαρούμενο σε έχει κάνει αυτή η συνάντηση.

Χαρές και στεναχώριες που αφηγείστε, στιγμές που έχετε σκεφτεί ο ένας τον άλλον, ακόμα και τις φορές που χρειαζόσασταν ο ένας τον άλλον. Μέρη στα οποία ήσασταν ταυτόχρονα εκεί και ξαφνιάζεστε με το γεγονός ότι μπορεί να περάσατε δίπλα-δίπλα χωρίς να βρεθείτε. Κάτι σου αποσπάει την προσοχή και κοιτάς το ρολόι σου. Βλέπεις πως δεν είχες την αίσθηση του χρόνου, αλλά συνεχίζετε να μιλάτε με τον ίδιο ρυθμό και την ίδια προσοχή. Ίσως η πιο εποικοδομητική συζήτηση που έχεις κάνει τον τελευταίο καιρό.

Η συζήτηση πλέον έχει πάρει άλλη τροχιά, με τις λεπτομέρειες, με τα άσχημα και τα ωραία, στο χτες με τα όλα του. Το σκοινί εκείνο έχει κοπεί και βρίσκεσαι μετέωρος κάπου ανάμεσα. Δε σε ενοχλεί όμως. Αντιθέτως καταλαβαίνεις πόσο χρειαζόσουν ένα τέτοιο ταξίδι.

Μοιραία ίσως η συνάντηση κι ας μην πιστεύεις στη μοίρα καθώς θεωρείς ότι μόνο εσύ φτιάχνεις τη ζωή σου. Ξανά αγκαλιάζεστε κι αυτήν τη φορά ανοίγει ένα άλλο κεφάλαιο. Το πώς θα ήσασταν αν δε χανόσασταν ποτέ. Αντιλαμβάνεσαι πως βρίσκεις θέματα προς συζήτηση που ίσως δεν υπάρχει λόγος να τα συζητάς καθώς δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι, απλά και μόνο για κερδίσεις λίγο ακόμη χαμένο χρόνο.

Στεναχωριέσαι και θυμώνεις που δεν μπορούσες να είσαι εκεί, αλλά απευθείας καθησυχάζεσαι βλέποντας την αντίδραση του παλιόφιλου, λέγοντάς σου πως του φτάνει το τώρα για να γεμίσει την απουσία. Πως το ότι καταφέρατε να γυρίσετε το χρόνο πίσω, εκεί που δεν είχατε ευθύνες κι υποχρεώσεις, του είναι αρκετό. Σου θυμίζει πως μόνο εσύ μπορείς να του χαρίσεις αυτό το ακατόρθωτο επιστημονικά πράγμα.

«Η δύναμη της φιλίας που σε γυρνάει στο χτες είναι ίσως η μεγαλύτερη λύτρωση που μπορούμε να μοιραστούμε και σε ευχαριστώ», σου λέει κι εσύ μαζεύεις τα δάκρυα που είναι έτοιμα να απελευθερωθούν. Και κάπως έτσι ξαναέρχεται η ώρα του αποχωρισμού. Ακόμα μια αγκαλιά, αυτήν τη φορά πολλά υποσχόμενη κι ένα «Μη χαθούμε…», σου φτάνουν για να συνεχίσεις. Απλά και μόνο για να υπάρξει ξανά μία τέτοια συνάντηση.

Ξανά στην πραγματικότητα λοιπόν, σκεπτόμενος τι έγινε κι αυτό που νόμιζες πως μπορείς να νικήσεις τη ζωή και να τη χαλιναγωγήσεις, δεν υφίσταται.

Χαμογελάς ξανά κι αναρωτιέσαι πλέον ποια θα είναι η επόμενη πρόκληση, αυτή τη φορά πιο έτοιμος από πριν. Μα πώς μπορείς να νικήσεις αυτόν που φτιάχνει το παιχνίδι; Καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς, συμβιβάζεσαι και προχωράς.

 

Επιμέλεια Κειμένου Στέλλας Σεπέρα: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Στέλλα Σεπέρα