Απόγευμα 24ης Αυγούστου 2017. Επιστροφή στην Πάτρα. Η μόλις μιας ημέρας εκδρομή στην Θεσσαλονίκη πέρασε πια στην ιστορία. Το παραμύθι τους όμως μόλις είχε αρχίσει να γράφεται. Νύχτες αξημέρωτες.Όποιος ξυπνούσε πρώτος τηλεφωνούσε στον άλλο για την πρώτη καλημέρα της ημέρας. Και πόσο αλήθεια ήταν καλές μέρες εκείνες οι ημέρες. Πλημμυρισμένες από τον ενθουσιασμό της νέας γνωριμίας, τη μέθη του κεραυνοβόλου έρωτα αλλά και της προσδοκίας.

Τα 515 χιλιόμετρα που τους χώριζαν είχαν εκμηδενιστεί. Η απόσταση είχε γίνει ένα μήνυμα δρόμος. Ένα τηλέφωνο. Έψαχναν ολημερίς αφορμή για να μιλάνε. Τέτοιους τζίρους οι πάροχοι της κινητής τους τηλεφωνίας δεν πρέπει να είχαν ξαναδεί μέχρι τότε. Μέχρι το σούπερ μάρκετ πήγαιναν κι ένιωθαν την ανάγκη πρώτα να μιλήσουν. «Τι θα κάνεις σήμερα; Πού θα πας; Έφαγες; Μου λείπεις. Να προσέχεις.». Τα βράδια, εκείνες οι τόσο γλυκές καληνύχτες. Το σ’ αγαπώ το είχε πει πρώτος αυτός. Εκείνη δίσταζε. Όχι επειδή δεν το ένιωθε. Απλά ήθελε να το κρατήσει για τον εαυτό της. Κι εκείνος περίμενε. Λαχταρούσε τόσο πολύ να το ακούσει. Ποτέ όμως δεν το εκμαίευσε. Περίμενε να της βγει από μόνο του. Πόση χαρά ένιωσε όταν το είδε γραμμένο σε κάποιο από τα αμέτρητα πια μηνύματα που του είχε στείλει.

Και ήρθε η στιγμή που η Σοφία θα ξανά ανέβαινε Θεσσαλονίκη. Μέσα σε διάστημα μόλις λίγων ημερών θα ξαναέρχονταν. Κι αυτή τη φορά για το Δημήτρη. Γι’ αυτούς. Μάλιστα ήρθε και μια μέρα νωρίτερα. ‘Ηθελε να του κάνει έκπληξη. Τι όμορφα που ήταν! Τι ευχάριστη έκπληξη αλήθεια! Αν και ποτέ της δεν έμαθε πως ο Δημήτρης γνώριζε πως θα ερχόταν νωρίτερα. Του το είχαν φανερώσει οι συνεργοί της, ώστε να επισπεύσει τις ετοιμασίες της υποδοχής της. Παρόλα αυτά η συγκίνηση που ένιωσε όταν την είδε να έρχεται στο καφέ που ντεμέκ καθόταν με την παρέα, με τη βαλίτσα της στο χέρι και το χαμόγελο στο πανέμορφο προσωπάκι της ήταν εξίσου δυνατή. Πού να μην το ήξερε κιόλας. Δεν πίστευε στα μάτια του. Τα μάτια ενός ερωτευμένου που έβλεπε την αγάπη του μπροστά του. Όμορφη και γελαστή. Κι ας άφηνε τα σημάδια της η ταλαιπωρία του ταξιδιού.

Ήταν τότε που του ξέφυγε ένα δάκρυ. Ένα δάκρυ από εκείνα της ευτυχίας. Το πρώτο δάκρυ που έχυσε για χάρη της. Αγκαλιάστηκαν τόσο σφιχτά. Σαν να φοβόταν πως κάποιο αόρατο χέρι θα τους χώριζε. Θα έμενε Θεσσαλονίκη για δυο ή τρεις μέρες. Τελικά έμεινε δέκα. Ήταν όμορφα. Έκαναν βόλτες στην πόλη, που το φθινόπωρο είναι πραγματικά μια κούκλα. Γνωρίζονταν καλύτερα. Ένιωθε όλο και πιο σίγουρος ότι την αγαπάει. Κι έτσι πίστευε και για εκείνη. Έδειχνε τόσο χαρούμενη.

Τι κι αν όμως οι τρεις μέρες έγιναν δέκα; Πέρασαν τόσο γρήγορα σαν να ήταν μόνο μια. Έπρεπε να επιστρέψει σπίτι της. Η θλίψη και η στεναχώρια του αποχωρισμού. Δεν ήθελαν να αποχωριστούν. Στο ΚΤΕΛ, την ώρα που αναχωρούσε το λεωφορείο, δάκρυσε για άλλη μια φορά. Ήταν ευαισθητούλης ο Δημήτρης. Κι ας μην του φαινόταν. Σε πρώτη ευκαιρία θα ξανά αντάμωναν όμως. Ήταν πια δεσμός. Ή όπως λένε τα παιδάκια, τα είχανε φτιάξει.

Έτσι κι έγινε. Πολύ πιο σύντομα από ό,τι φαντάζονταν, η Σοφία ξανά καβάλησε το λεωφορείο και ξανά ήρθε. Αυτή τη φορά θα έκαναν κι ένα ταξιδάκι. Εκδρομή στη Φλώρινα. Επίσκεψη σε φίλους. Την επόμενη μέρα ήδη είχαν ξεκινήσει. Το μεσημέρι, μάζωξη και κρασάκι με τους φίλους. Κι εκεί, μέσα στο ευχάριστο κλίμα της παρέας και με τη γλυκιά ζάλη του οίνου, καθώς καθόταν ο ένας πλάι στον άλλον, έσκυψε στο αυτάκι της και τη ρώτησε: «Σοφία, θέλεις να παντρευτούμε;», Τελείως αυθόρμητα, αλλά τόσο κατασταλαγμένα. Άραγε το περίμενε; Δεν το έμαθε ποτέ αυτό. Αλλά η απάντηση ήταν το πολυπόθητο «Ναι». Έδειχνε πολύ χαρούμενη. Ανακοίνωσαν το γεγονός στην παρέα. Χαρά. Ευχές και συγχαρητήρια. Ακόμη κι  αυτοί που εκείνη τη μέρα τη γνώρισαν του έλεγαν πόσο πολύ ταιριάζουν. Το ήξερε. Μα δε χρειαζόταν να του το πουν. Ήταν τόσο σίγουρος. Το ήθελε. Το ένιωθε.

Για άλλη μια φορά ο χρόνος πέρασε γρήγορα. Η στιγμή που θα έπρεπε να έρθουν αντιμέτωποι με άλλον έναν αποχαιρετισμό ήρθε. Διαφορετικό μεν, μιας και αυτή τη φορά τους έδεναν πλέον αμοιβαίοι όρκοι, αλλά πάντα στενάχωρο αφού ένας αποχωρισμός είναι πάντα ένας αποχωρισμός. Αλλά τι στον κόρακα. Πόσοι ακόμα αποχωρισμοί θα τους έβρισκαν; Αυτή τη φορά ήταν η σειρά του Δημήτρη να κατέβει στην Πάτρα. Οι συνθήκες ιδανικές. Τριήμερη αργία στη Θεσσαλονίκη, λόγο του πολιούχου. Ονομαστική εορτή. Η αγαπημένη του μπάντα, μετά από αρκετά χρόνια θα έπαιζε στην Πάτρα. Είχε και καιρό να επισκεφθεί την πόλη. Τα πάντα λοιπόν συνηγορούσαν στο να κατέβει μετά από αρκετό καιρό στη δεύτερή του πατρίδα. Εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο. Περίμενε. Ανυπομονούσε να χτυπήσει η πόρτα του δωματίου και να έρθει η Σοφία.

Επιτέλους ήρθε η στιγμή εκείνη και ήρθε κι αυτή. Το απόγευμα εκείνο πέρασε άκρως ερωτικά. Σχεδόν είχαν ξεχάσει το ότι έπρεπε να πάνε σε ένα live. Η Σοφία ήταν λίγο έξω από τα νερά της. Ροκάς αυτός, της λυρικής εκείνη. Φόρεσε το μπλουζάκι της με το λογότυπο της μπάντας και ξεκίνησαν. Της έπεσε λίγο βαρύ. Πόσο όμορφη όμως ήταν αν και ζαλισμένη από τους άγνωστους μέχρι τότε για εκείνη ήχους της μουσικής του. Ήταν τότε που του ήρθε η έμπνευση και σκαρφίστηκε το μότο της ιστορίας τους. «Αγάπη είναι να είσαι της λυρικής και για χατήρι του να πηγαίνεις σε ροκ συναυλίες».

Για ακόμα μια φορά οι μέρες πέρασαν γρήγορα. Αν κι αυτή τη φορά το ημερολόγιο τους έκανε ένα ανέλπιστο δώρο. Εκείνο το ξημέρωμα, το ρολόι πήγε μια ώρα πίσω. Τους χάρισε μια ώρα παραπάνω που μέσα στην αγάπη τους δεν την πολυκατάλαβαν εδώ που τα λέμε. Κι αυτή τη φορά έπρεπε να φύγει ο Δημήτρης. Για τελευταία φορά; Ποιος ξέρει…

To be continued…

 

 

Συντάκτης: Δημήτρης Ευσταθιάδης
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου