Το κορίτσι καθόταν στην ίδια θέση, την ίδια ημέρα, κάθε εβδομάδα. Στο χέρι της κρατούσε πάντα ένα μπλοκ ζωγραφικής κι ένα μολύβι. Το θέατρο έσφυζε από ζωή, αλλά οι κινήσεις εκείνης ήταν βγαλμένες από άλλη εποχή. Δε συγκινούταν από τους γύρω της, κανένας δεν μπορούσε να την ταράξει. Χαμένη στη σκηνή, τα μάτια της ρουφούσαν κάθε κίνηση, κάθε χρώμα. Και το χέρι της, σιωπηλός συνένοχος, συνέχιζε να δίνει ζωή σε όλα όσα το βλέμμα της μετέφραζε ως δικά της. Ήθελα να τα κάνει δικά της για πάντα.

Για αυτόν δεν ήταν η πρώτη φορά που έβγαινε στη σκηνή. Τελευταία είχε αρχίσει να κουράζεται από την πόλη, τις συνθήκες εργασίας και τα διάφορα προσωπικά του προβλήματα. Στο σανίδι έδινε σάρκα κι οστά σε όσα δεν μπορούσε να ολοκληρώσει στην πραγματικότητα. Αλλά ακόμα κι εκείνο τον είχε κουράσει τελευταία. Ηθοποιός δέκα χρόνια, με επιτυχίες στην πλάτη του, η Θεσσαλονίκη δεν τον χωρούσε άλλο πια. Αυτόν και τα λησμονημένα του όνειρα.

Εκείνο το βράδυ κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει την καρμική συνάντηση δύο ανεμοστρόβιλων. Δύο άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους, αλλά κάτι παραπάνω από γνωστοί στα κρυμμένα χαρτιά της μοίρας.

Αυτή μαγεύτηκε από τη μεταδοτικότητα του προσώπου του. Ήταν η πρώτη φορά που το χέρι της αρνήθηκε να συντονιστεί μαζί της. Όχι, δεν μπορούσε να αποτυπώσει στο χαρτί αυτό που έβλεπε μπροστά της. Η σπιρτάδα των ματιών σε συνδυασμό με την αρμονία που χαρακτήριζε τον άντρα αυτόν δεν μπορούσε να αποδοθεί από ανθρώπινο χέρι. Αυτός, παίζοντας το ρόλο του Δον Ζουάν, σάστισε μπροστά της.

Δεν ήξερε γιατί, είχε συνηθίσει να τον καρφώνουν με τα μάτια τους οι γυναίκες. Αλλά όχι, εκείνης ήταν διαφορετικό. Δε μύριζε πείνα αλλά μαγεία, δεν εξέπεμπε γυμνά από κάθε αισθήματα ένστικτα ,αλλά…

Ναι, αυτό ήταν. Μπροστά του, μέσα σε δυο ζευγάρια μάτια, ορθωνόταν  η από καιρό χαμένη του παιδικότητα. Το βλέμμα κράτησε κάτι πάνω από δύο δευτερόλεπτα, αλλά ήταν αρκετά για να φέρουν χάος στο μυαλό τους.

Όπως κάθε άνθρωπος που βρίσκει κάτι που έχασε εδώ και χρόνια, αυτός δε δίστασε να πλησιάσει το παράξενο αυτό πλάσμα. Τελείωσε η παράσταση, κόσμος τον αναζητούσε, θαυμάστριες στο καμαρίνι του για ένα αυτόγραφο επάνω στο χέρι τους ή οπουδήποτε άλλου. Είναι τρελές οι γυναίκες, γι’ αυτό ήταν σίγουρος πια. Εκείνος όμως ακόμα ταραγμένος, έτρεξε να προλάβει τα γραμμένα. Ξέχασε την κοπέλα που τον περίμενε σπίτι, τους γονείς που ήθελαν να τον συγχαρούν, ζούσε μόνο για εκείνη τη γνωριμία.

«Με συγχωρείς, περίμενε μια στιγμή», φωνάζει λίγο έξω απ’ το θέατρο. Το παράξενο πλάσμα, αφηρημένο συνεχίζει περνώντας το δρόμο απέναντι. Τρέχει ξοπίσω της, δεν έχει κανένα σχέδιο, απλώς θέλει να ξανασυναντήσει για ακόμη μια φορά τον «εαυτό» του.

Την αρπάζει από το χέρι, αυτή τρομαγμένη αποτραβιέται. Το μπλοκ πέφτει κάτω, τα μολύβια σκορπίζουν αλλά τα βλέμματα παγιδεύονται μεταξύ τους. Σιωπή κι οι ανάσες κρατημένες.

«Ποια είσαι;», ρωτάει αναστατωμένος. «Θα ήθελες να είμαι κάποια;», απαντάει με αυθάδεια το κορίτσι. Λόγια που δεν ταιριάζουν στο στόμα της αλλά τον παρασέρνουν σε ένα παιχνίδι που μετά από καιρό θα γίνει το αγαπημένο τους.

«Δε με νοιάζει ποια ήσουν μέχρι τώρα, με νοιάζει ποια θα είσαι από εδώ και πέρα». «Μπορώ να μην είμαι καμία, μπορώ να είμαι τα πάντα», απαντάει με θράσος, αλλά η καρδούλα της κοντεύει να βγει από τη θέση της. Τι δουλειά είχε με αυτόν τον άντρα στη μέση του δρόμου να παίζει παιχνίδια μυαλού;

«Νικήτας», της λέει, φιλώντας της το χέρι λες και ζούσαν σε μια άλλη εποχή. «Ιφιγένεια», απαντάει και κάνει μια υπόκλιση γελώντας αυθόρμητα. Είχαν πάρει τους ρόλους τους. Εκείνη τη μοναδική στιγμή διάλεξαν πώς θα παίξουν το δυσκολότερο από όλα τα παιχνίδια του κόσμου, τον έρωτα.

Δε χρειάστηκε κάτι άλλο, της δείχνει ένα παγκάκι μέσα στο πάρκο απέναντι από το Λευκό Πύργο. «Έρχεσαι;». Τον ακολούθησε δίχως καν να απαντήσει. Εκείνη η κίνησή της θα στιγμάτιζε για πάντα τη θέση της απέναντί του.

Μετά από ώρα συζήτησης, τα μάτια ακόμα λαίμαργα ρουφούσαν την κάθε τους λέξη, την κάθε τους κίνηση. «Και τώρα, τι;». Κανένας δεν μπορούσε να αγνοήσει τη σημαντικότητα της συνάντησης εκείνης αλλά η ζωή δεν μπορούσε να τους προσφέρει άλλο διάλειμμα.

Τους καλούσε να επιστρέψουν σε μια πραγματικότητα που μόνο βολική δεν ήταν για τους δύο πρωταγωνιστές. Αυτός δεσμευμένος και προορισμένος για μια άλλη ζωή, αυτή αφιερωμένη στην ελευθερία της κι ορκισμένη εχθρός των συμβιβασμών.

«Τα πάντα ρει», σιγοψιθύρισε ο Νικήτας και χάιδεψε το μάγουλό της. Μια φράση που αγάπησε τότε γιατί της έδωσε ελπίδα, αλλά μίσησε όσο τίποτα άλλο στο μέλλον που την κρατούσε πάντα φυλακισμένη στα δεσμά του.

Ακούμπησε το χέρι της στο δικό του και σπάζοντας το προσωπικό της ρεκόρ, του είπε: «Σε εμπιστεύομαι». Κι όσο τραγελαφικό να ακούστηκε, αυτή το εννοούσε ψυχή και σώματι.

Ήταν δική του ήδη.

 

Επιμέλεια Κειμένου Χαράς Βλαχοδήμου: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Χαρά Βλαχοδήμου