d274

Μας μιλάει ο Καβάφης μέσα απ’ τις λέξεις και ‘μεις προσπαθούμε όσα το μυαλό κατανοεί, να καταφέρει κι η ψυχή μας να χωνέψει. Λες και τα χωνεμένα μπορoύν με κάποιο τρόπο να εφαρμοστούν ευκολότερα. Ένα από αυτά τα «απλά», είναι και το επόμενο.

«Ό, τι αρχίζει, θα τελειώσει. Ό, τι δεν αρχίσει δε θα τελειώσει και ποτέ. Έρωτας δεν είναι μόνο ό, τι εκπληρώθηκε- είναι και ό, τι πόθησες. Ίσως γι’ αυτό μας τρώνε για πάντα οι ανεκπλήρωτοι έρωτες. Δεν πεθαίνουν γιατί δεν κατάφεραν να γεννηθούν.»

Ενίοτε εμείς οι άνθρωποι προσπαθούμε να εκλογικεύσουμε την έννοια του τέλους, στην προσπάθειά μας να το διαχειριστούμε. Αυτή η συνεχής τριβή με το βίωμα της ολοκλήρωσης, μας έχει κάνει επαγγελματίες αποδέκτες κάθε τελματώδους κατάστασης. Άμεση συνέπεια της ύπαρξής μας και αναγκαία συνθήκη για την απαρχή της˙ το τέλος, γίνεται αναμενόμενα αποδεκτό. Μπορεί να πληγώνει, μπορεί να ανακουφίζει, μπορεί να προκαλεί και τα δύο. Συνήθως αυτό συμβαίνει. Είναι πάντως αποδεκτό, κι αυτό γιατί ως αμετάκλητη συνθήκη δε μπορεί πια να είναι διαπραγματεύσιμo.

Τι είναι όμως μη αποδεκτό; Πότε κολλάμε περισσότερο σε κάτι; Τι μας οδηγεί σ’ αυτή την τρέλα που στολίζει άδειους τοίχους σε πολυκατοικίες, αδειάζει γεμάτα ποτήρια από ξίδια και γεμίζει τ’ άδεια τασάκια με τσιγάρα; Κι αν δεν είναι το τέλος, μήπως είναι η αρχή; Μπα, οι αρχές τείνουν να γεμίζουν τα ποτήρια κι όχι να τ’ αδειάζουν. Τείνουν να μας χαρίζουν γέλια και όχι εμπνεύσεις, χαραγμένες με παράπονο σε δίστιχα. Και τότε τι είναι;

Ίσως να είναι αυτό που τόσο κομψά και περιεκτικά περιέγραψε ο Καβάφης. Δεν είναι η αρχή μα η έλλειψή της, που προκαλεί αυτή την τρέλα. Μια ατέρμονη μετέωρη κατάσταση, στην οποία το μόνο που κάνουμε είναι το να περιμένουμε. Άλλες φορές περιμένουμε να τελειώσει, ξεγελασμένοι απ’ το συναίσθημα και αγνοώντας το γεγονός πώς κάθε τέλος απαιτεί μια αρχή. Άλλες φορές πάλι περιμένουμε με την ελπίδα πώς αυτή η αρχή, κάποια στιγμή θα γεννηθεί. Είναι εξάλλου ευχή και κατάρα η ελπίδα. Έχει την κακή συνήθεια να αναζωπυρώνεται με κάθε σπίθα φωτιάς και να πολλαπλασιάζεται, όσο περισσότερο ποθούμε κάτι. Κι έτσι παραμένει κανείς στο περίμενε.

Είναι άραγε κι αυτό μια μορφή έρωτα; Αν μη τι άλλο τα συμπτώματα μοιάζουν. Η έξαψη, ο παραλογισμός, η αφέλεια. Μόνο ένα σημείο διαφέρει, η ευτυχία, ή πιο σωστά η απουσία της. Είναι πράγματι έρωτας και ό, τι πόθησες μα δεν κατάφερες ν’ αποκτήσεις. Μα δεν είναι σαν τους άλλους, τους γνωστούς. Το ανεκπλήρωτο, το ανολοκλήρωτο, δε φέρνει ευτυχία. Χαρίζει όμως ένα πλήθος από μεθυσμένα ξενύχτια και κάθε λογής εξομολογήσεις σε γνωστούς κι αγνώστους.

Είναι κι αυτό μια μορφή προσωπικής εξέλιξης. Το να ζήσει ο καθένας μας έστω κι έναν τέτοιον έρωτα. Με κάποιο τρόπο χαράζεται στο ιστορικό των εμπειριών μας, ως κάτι ξέχωρο, αλλιώτικο. Υπό μια έννοια και κάτι αξεπέραστο. Πώς μπορείς εξ’ άλλου να ξεπεράσεις κάτι που δεν έζησες; Ζεις γνωρίζοντας πόσο το πόθησες μα δεν το απέκτησες ποτέ. Πόσο το θέλησες μα δεν το είχες. Και κάπως, κάποτε συμβιβάζεσαι με το γεγονός πως ως έναν άλλος έρωτας, δε θα χαθεί ποτέ.

 

Συντάκτης: Μαρία Μόρρου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου