Article of the day: Η ιστορία που δεν ήξερες για τα minions, από τη Μαρία Πακιακιό.

%ce%b5%cf%81%cf%85%ce%be

Κυριακή θα ‘ταν, πριν δύο χρόνια, κι έκανα τη συνηθισμένη μου απογευματινή βόλτα στο Θησείο. Είχε μπει ο Μάιος κι είχα βγει έξω σχετικά νωρίς για ν’ απολαύσω μια από τις πρώτες ηλιόλουστες μέρες της άνοιξης. Και δεν την είχα μόνον εγώ αυτή την ιδέα. Σαν τα σαλιγκάρια όλος ο κόσμος είχε βγει έξω απ το καβούκι του, που ήταν χωμένος όλον το χειμώνα ψάχνοντας να βρει μια ηλιόλουστη γωνία για να πιει τον καφέ του.

Μαζί μ’ αυτούς κι εγώ λοιπόν, πήρα μια εφημερίδα και κάθισα σ ένα τραπεζάκι περιμένοντας να έρθει η μονίμως αργοπορημένη φίλη μου. Δε μ’ ενοχλούσε και τόσο που με έστηνε, πολλές φορές το επεδίωκα κιόλας, γιατί ήθελα να έχω λίγη ώρα ησυχίας και περισυλλογής πριν εμφανιστεί κι αρχίσουμε τις διάφορες συζητήσεις μας περί ανέμων κι υδάτων, που η αλήθεια ήταν ότι τις περισσότερες τις βαριόμουν απελπιστικά. Ήθελα να έχω λίγη ώρα με τον ήλιο να με χτυπά στο πρόσωπο και να κρατάω την εφημερίδα, που τη βαστούσα περισσότερο σαν άλλοθι για τις σκέψεις μου παρά για να τη διαβάζω. Έτσι, καθόμουν και ξεφύλλιζα τις σελίδες αδιάφορα με το μυαλό μου να ταξιδεύει οπουδήποτε αλλού, παρά στο χαρτί. Τότε ένιωσα δίπλα μου μια παρουσία.

– Jagger;

Άκουσα μια βραχνή φωνή να μου μιλάει από πάνω μου. Σήκωσα το κεφάλι μου κι έβγαλα τα μαύρα γυαλιά που φορούσα. Jagger; Είχαν να με πουν έτσι απ’ το Λύκειο. Ποιος διάολο ήταν αυτός που με φώναζε μ’ αυτό το επίθετο. Ο ήλιος με τύφλωνε και σε συνδυασμό με το χθεσινοβραδινό ξενύχτι μου έκανε την αναγνώριση ακόμα πιο δύσκολη.

– Ορίστε;

Είπα με έκπληξη αφήνοντας την εφημερίδα στο τραπέζι. Ήταν ένας μεσόκοπος τύπος με φαλάκρα που κρατούσε στο χέρι του ένα περιοδικό κι είχε περασμένη μια καφέ τσάντα στον ώμο. Κάτι μου έλεγε αυτό το πρόσωπο, αλλά ακόμη δεν είχα καταλάβει.

– Ρε ‘συ Jagger. Δημήτρη; Ο Γιαννάκης είμαι απ’ το σχολείο. Ο Γιαννάκης ο Αποστόλου. Με θυμάσαι; Ο Δημήτρης δεν είσαι;

Κοκάλωσα. Πώς λένε ότι μπροστά απ’ τα μάτια σου περνά όλη σου η ζωή όταν φεύγεις από τον μάταιο τούτο κόσμο; Έτσι πέρασε και σε μένα όλη η ζωή των σχολικών μου χρόνων, αναγνωρίζοντας τελικά τον Γιαννάκη. Ήταν ο Γιαννάκης ο Αποστόλου. Και βέβαια τον θυμόμουν. Μπορεί να είχε πλέον ελάχιστα μαλλιά, γκριζωπά κι οι σακούλες κάτω από τα μάτια του να είχαν αλλοιώσει το παιδικό πρόσωπο που ήξερα, αλλά τον γνώρισα. Σηκώθηκα αυτόματα απ’ την καρέκλα και τον αγκάλιασα.

– Γιαννάκη μου! Τι κάνεις; Πόσα χρόνια. Πόσος καιρός…

– Πόσος καιρός ρε συ Δημήτρη μου. Πόσος καιρός. Δε θα ‘ναι και 20 χρόνια. Πώς περνούν έτσι τα χρόνια.

– Πώς περνούν ρε συ Γιαννάκη μου άσ’ τα. Jagger ε; Πού το θυμήθηκες ρε θηρίο το παρατσούκλι.

– Ε, δεν ξεχνιούνται αυτά ρε φίλε. Με τίποτα.

– Θες να κάτσεις λίγο; Να, εδώ, περιμένω την παρέα μου. Κάτσε να τα πούμε λίγο μέχρι να ρθει.

– Θα κάτσω ρε Δημήτρη μου. Για λίγο όμως γιατί και μένα με περιμένουν.

Κι έτσι, κάτσαμε για λίγη ώρα με τον Γιαννάκη να τα πούμε. Όσα μπορούσαμε μέσα σε 20 λεπτά για 20 χρόνια ζωής που πέρασαν. Τι θα μπορούσα ν’ αναφέρω για κάθε χρόνο της ζωής μου. Πόσο περιληπτικός θα μπορούσα να γίνω. Τι να πρωτοπώ. Για τον αποτυχημένο γάμο μου, για την άθλια δουλειά μου, για τη βαρετή φίλη μου, για ποιο απ’ όλα. Έτσι είναι όμως. Έστω κι 20 χρόνια μετά και πάλι δε σου φτάνει ο χρόνος για να πεις αυτά που θες. Η μάλλον δε θες.

Βρε τον Γιαννάκη. Πολύ χάρηκα που σε είδα. Αλήθεια, βλέπεις κανέναν άλλο απ’ τα παλιά;

– Ε, καμιά φορά στο πρακτορείο βλέπω τον Αλέξανδρο. Λέμε κάνα γεια. Τον θυμάσαι τον Αλέξανδρο;

– Χαχα. Τον Αλέξανδρο δε θυμάμαι; Ο καλύτερος κιθαρίστας που ήξερα. Η ψυχή του συγκροτήματός μας στο Λύκειο. Η ψυχή των Funky Five.

– Οι Funky Five. Πω πω, ρε συ Δημήτρη τι μου θύμισες τώρα με το συγκρότημα. Θυμάμαι εκείνη τη βραδιά στο φουαγιέ του Λυκείου, την τελευταία μέρα, που κάναμε την εκδήλωση για την αποφοίτηση. Που ο Αλέξανδρος έγινε στουπί κι έσπασε την κιθάρα του πάνω στα ντράμς του Γεωργουδάκη.

-Πώς δεν το θυμάμαι! Κι ο Γεωργουδάκης έγινε Τούρκος κι άρχισε να τον κυνηγάει μέσα στο πάρτι με την κρεμάστρα απ’ τα ρούχα. Αλλά εγώ η ψωνάρα συνέχισα να τραγουδάω. Σουρεάλ σκηνικά. Α ρε συ Γιαννάκη, τι ωραία χρόνια.

– Ε δε σου το ‘χαμε βγάλει κι άδικα το Jagger για παρατσούκλι τότε. Χανόσουν στη σκηνή. Ωραίες εποχές. Φαντάζεσαι να κάναμε ξανά ένα τέτοιο πάρτι. Ένα reunion. Ωραία δε θα ‘ταν;

Χαμογέλασα. Από το πουθενά ένας Γιαννάκης είχε εμφανιστεί και με έβαζε σ’ ένα τριπάκι που είχα παντελώς ξεχάσει. Reunion; Τι μου λέει τώρα.

– Πλάκα θα ‘χε ρε συ Γιαννάκη, του είπα αλλά άντε να τους βρεις τώρα όλους αυτούς. Και να τους βρεις, λες να ‘χουν όρεξη;

– Η αλήθεια είναι ότι λίγο δύσκολο, αλλά για το αν έχουν όρεξη τι να σου πω. Όποιος γουστάρει έρχεται. Δε θα παρακαλέσουμε κιόλας.

– Δίκιο έχεις. Τέλος πάντων.

– Α, δε σου είπα ποιον άλλο είδα.

– Ποιον;

– Την Αγγελική. Τη θυμάσαι ρε την Αγγελική . Τι καψούρα ήταν κι αυτή ρε φίλε που είχες. Παντρεύτηκε έμαθα, αλλά δεν έκανε παιδιά. Χώρισε. Τώρα μένει κάπου στου Ζωγράφου. Αλλά την είδα στη γειτονιά. Έρχεται και κοιτάζει τη μάνα της.

Με το που άκουσα αυτό το όνομα το στόμα μου στέγνωσε. Η Αγγελική. Από το δημοτικό ήμουν ερωτευμένος μαζί της μέχρι και την τελευταία μέρα στο Λύκειο. Όντως, τι καψούρα κι αυτή. Αλλά δεν είχα τολμήσει ποτέ μου να της πω οτιδήποτε. Το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να της γράψω μια φορά με μπλάνκο ‘«σ’ αγαπώ» στο θρανίο της. Χωρίς να ξέρει ποιος είμαι. Κι έφτασε η τελευταία μέρα του σχολείου, μεθυσμένος κι εγώ στον χορό της αποφοίτησής της, που τόλμησα να της το αποκαλύψω. Κι αυτή με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω κι έβαλε τα γέλια. Κι εμένα μου κόπηκαν τα πόδια.

Γιατί γέλασε; Γιατί είχα κατέβει από τη σκηνή κουτρουβαλώντας σχεδόν, φορώντας στα μάτια μια μάσκαρα που έτρεχε στα μάγουλά μου απ’ τον ιδρώτα μια μαύρη αμάνικη μπλούζα με ραμμένο το σήμα των Stones, ένα ροζ δερμάτινο παντελόνι κι ασπρόμαυρα All Star. Τρομερό outfit για να πεις σε κάποια ότι είσαι ερωτευμένος μαζί της 10 χρόνια. Γι’ αυτό τον λόγο τουλάχιστον πίστευα ότι γέλασε. Η μήπως τελικά δεν ήταν η εκκεντρική μου εμφάνιση που έφταιγε; Δεν έμαθα ποτέ. Με πλήγωσε τόσο πολύ. Δεν της ξαναμίλησα από τότε ούτε και την ξαναείδα.

– Άκουσες τι σου είπα;

Με ρώτησε ο Γιαννάκης. Χωμένος στις αναμνήσεις μου ξεχάστηκα και δεν του είχα απαντήσει. Γύρισα και τον κοίταξα.

– Ναι Γιαννάκη μου άκουσα. Τη θυμάμαι. Ας είναι καλά. Τέλος πάντων. Αν είναι να γίνει κάτι πάντως κάποια εκδήλωση, εγώ θα έρθω. Γράψε αν θες το τηλέφωνό μου.

Κι έτσι αλλάξαμε τηλέφωνα με τον Γιαννάκη. Δεν περίμενα πάντως να γίνει κάτι. Πάντα το ίδιο συνέβαινε σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Βρισκόσουν μια φορά στα 3 χρόνια τυχαία στο σουπερμάρκετ, στο δρόμο ή σε οποιοδήποτε άσχετο μέρος, χαιρόσασταν, κανονίζατε ραντεβού, συναντήσεις, «να μη χαθούμε» και τα συναφή κι έπειτα σέρνατε τα καρότσια σας και τα πόδια σας σε διαφορετικές κατευθύνσεις μέχρι την επόμενη τυχαία συνάντηση ύστερα από 10 χρόνια. Ή και ποτέ.

Πέρασαν δυο μήνες από τότε και βρισκόμουν στη δουλειά. Είχα κατέβει στην κουζίνα να φτιάξω καφέ και γυρίζοντας βρήκα στο κινητό μου μια αναπάντητη κλήση από άγνωστο νούμερο. Καμιά τράπεζα θα ‘ναι πάλι, σκέφτηκα και το αγνόησα. Δεν πέρασαν 5 λεπτά και το τηλέφωνό μου ξαναχτύπησε. Κλήση από το ίδιο νούμερο. Το σηκώνω.

– Παρακαλώ;

– Δημήτρη;

– Ναι, ο ίδιος.

– Έλα ρε συ και σε ψάχνω. Δεν το σήκωνες. Ο Γιαννάκης είμαι. Τι κάνεις;

– Ωπ, Γιαννάκη, τι έκπληξη κι αυτή. Καλά φιλέ μου στη δουλειά είμαι.

– Μπορείς να μιλήσεις;

– Ναι βέβαια.

– Λοιπόν θυμάσαι το Reunion που λέγαμε;

– Ναι. Ε, μη μου πεις!

– Ε, στο λέω. Κάτι κανόνισα. Όχι ακριβώς reunion. Βρήκα τον Αλέξανδρο και τον Γεωργουδάκη. Ρε συ, αυτοί τελικά έφτιαξαν συγκρότημα και παίζουν από ‘δώ κι από ‘κει σε κάτι μαγαζιά live.

– Άντε ρε συ.

– Μου είπαν και για τον Κωνσταντίνο τον Σταυρίδη. Παλιός συμμαθητής κι αυτός. Έχει μια μουσική σκηνή στου Ψυρρή και παίζουν κι εκεί καμιά φορά. Την Παρασκευή έχουν ένα live και μου είπαν να πάμε να τους δούμε; Θέλεις;

– Ε και δεν πάμε, είπα χωρίς να το πολυσκεφτώ.

Κι έτσι κανονίσαμε να γίνει άλλη μια συνάντηση. Όχι τυχαία αυτή τη φορά. Η αλήθεια ήταν ότι πολύ θα ήθελα να τους δω όλους. Από νοσταλγία, από περιέργεια, από αγάπη. Δεν ξέρω τι θα έβαζα πρώτο. Μάλλον ήταν όλα μαζί. Κι έτσι συναντηθήκαμε με τον Γιαννάκη και πήγαμε στο μαγαζί. Τι βραδιά κι αυτή. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Ο Αλέξ με τον Γεωργουδάκη να πλακώνονται, εγώ με τον Γιαννάκη να τους πειράζουμε κι όλοι μαζί να πίνουμε να γελάμε και ν’ αναπολούμε. Τι όμορφα που ήταν. Μόνο ο Τσίου, ο μπασίστας μας, έλειπε για να ξαναενωθούν οι Funky Five. Και μεταξύ μπίρας και βότκας, η ιδέα δεν άργησε να πέσει στο τραπέζι.

– Ρε ‘σεις, τι θα λέγατε να διοργανώσουμε ένα μουσικό γεγονός όπου οι Funky Five θα εμφανιστούν και πάλι επί σκηνής, έχοντας προσκεκλημένους όλους τους παλιούς συμμαθητές;

Είπε γελώντας ζαλισμένος ο Αλέξανδρος.

– Ε αυτό κι αν θα ήταν reunion.

Συμπλήρωσε ο Γιαννάκης. Τους κοίταξα και χαμογέλασα.

– Δεν πιστεύω να εννοείτε ότι θα ξανανέβω στην σε σκηνή κρατώντας μικρόφωνο; 

Ε ναι, γιατί όχι ρε Jagger. Καλά κρατιέσαι για 40άρης. O αληθινός πάει για τα 70 κι ακόμα ουρλιάζει, είπε γελώντας ο Γεωργουδάκης με τα μάτια του κατακόκκινα απ’ το ποτό.

– Όχι ρε παιδιά, δε γίνονται αυτά. Το χω παρατήσει εδώ και 15 χρόνια αυτό το άθλημα. Δεν υπάρχει περίπτωση.

– Θα βγεις και θα πεις κι ένα τραγούδι, είπε ο Αλέξανδρος χαχανίζοντας και κατέβασε μια μεγάλη γουλιά μπύρα.

– Ναι μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι!

– Κι αν σου πω ότι θα έρθει κι η Αγγελική; 

Παραλίγο να πνιγώ απ’ το ποτό ακούγοντας πάλι αυτό το όνομα. Οι κουφάλες. Όλα τα θυμούνται. Προσπαθούσαν να με χτυπήσουν στο ευαίσθητο σημείο μου.

– Ε και τι σημαίνει αυτό δηλαδή; Ας έρθει. Πρέπει εγώ ν’ ανέβω στη σκηνή να κάνω τον Καραγκιόζη;

– Εντάξει ρε συ Jagger, ό,τι πεις. Πάντως εμείς εδώ λέμε να κάνουμε καμιά προβίτσα την άλλη βδομάδα στο στούντιο του Aλεξ, είπε ο Γεωργουδάκης. Έλα κι ας μην ανέβεις στο reunion. Να θυμηθούμε τα παλιά. Λοιπόν η διεύθυνση είναι αυτή. Τετάρτη απόγευμα. Σε περιμένουμε.

Πήρα το χαρτάκι και το έβαλα στην τσέπη μου. Είχα ανάμικτα συναισθήματα για όλο αυτό που πήγαινε να συμβεί. Δεν είχα πια όρεξη να εκτίθεμαι σε κοινό. Προτιμούσα πλέον να λουφάζω εκεί σε μια γωνίτσα και να είμαι απλός παρατηρητής των γεγονότων. Να έχω την ησυχία μου. Είχα από καιρό αφήσει τα φώτα για τους άλλους. Αυτούς που τ’ αντέχουν.

Η εβδομάδα πέρασε γρήγορα κι η Τετάρτη έφτασε. Κατά έναν παράξενο τρόπο στο μυαλό μου τριγύριζε όλες αυτές τις μέρες η πρόταση των παιδιών για τη συνάντηση. Ενδόμυχα ήθελα πολύ να γίνει αυτό. Αν κι ο ενθουσιασμός μου για οτιδήποτε καινούργιο μου είχε φύγει εδώ και πολλά χρόνια, αυτό ήταν κάτι που κράτησα ζεστό. Και πήγα τελικά. Εμφανίστηκα στο στούντιο του Αλέξανδρου την Τετάρτη το απόγευμα. Όπως μου είχε πει.

Μου άνοιξε την πόρτα και με καλωσόρισε.

– Καλώς τον τραγουδισταρά μου. Πάρε μπίρα οι άλλοι όπου να ‘ναι φτάνουν.

Πήρα μια μπίρα από ένα κουβά με πάγο που είχε τοποθετήσει πάνω σ’ ένα μικρό τραπεζάκι του δωματίου. Το δωματιάκι ήταν μια γκαρσονιέρα μονοκατοικίας χυμαδιό τελείως, με όργανα διάσπαρτα δεξιά κι αριστερά, ένας καναπές στη γωνία κι ένα ψυγείο δίπλα. Φοιτηταριό.

– Άκου τι έχω σκεφτεί, είπε ο Άλεξ. Δε θα κουραστούμε πολύ. Θα κλείσουμε και πάλι το φουαγιέ του σχολείου. Όργανα και μουσική υποστήριξη μην ανησυχείς, έχω μιλήσει με τον Σταυρίδη και θα τ’ αναλάβει όλα αυτός. Θα χουμε και μπαράκι και DJ κι όλα τα σχετικά. Βρήκα και κάμποσους παλιούς συμμαθητές στο Facebook και μιλήσαμε. Έχουν ξετρελαθεί με την ιδέα. Έχω κάνει εδώ και μια λίστα με τα τηλέφωνα.

Την κουβέντα διέκοψε το κουδούνι που χτύπησε. Κι εκεί μπήκαν μέσα ο Γιαννάκης με τον Γεωργουδάκη κι ένα μαλλιαρό τύπο. Τον Τσίου. Ο Αλεξ γέλασε δυνατά.

– Χαχα. Ρε συ Τσίου, έχεις ακόμη μαλλιά; Ρε τι γονίδια σου ‘δωσε ο πατέρας σου! Εμείς σχεδόν καραφλιάσαμε.

Ο Τσίου γέλασε κι αυτός, τον χαιρέτησα κι εγώ κι όλοι μαζί κάτσαμε στον καναπέ.

– Εδώ που λέτε έλεγα στον Μήτσο για το τι κανονίσαμε. Του έδειχνα τη λίστα με τα τηλέφωνα.

– Πρόσθεσε κι αυτά εδώ, τον διέκοψε ο Γιαννάκης. Ρε συ, τους βρήκαμε σχεδόν όλους. Πενήντα τηλέφωνα. Α ρε πουτάνα τεχνολογία! 

Οι ενδοιασμοί μου είχαν σχεδόν εξαλειφθεί βλέποντας και πάλι τα παιδιά. Με το που μπήκα σ’ αυτό το δωμάτιο ένιωσα ξανά ζωντανός. Ένιωσα ότι ότι πάω να κάνω κάτι να σπάσω όλη αυτή τη μονοτονία που μ’ έτρωγε εδώ και χρόνια. Κι έτσι συμφώνησα. Αρχίσαμε τις πρόβες. Παραδόξως τα πράγματα πήγαν πολύ καλύτερα απ’ ό,τι περίμενα. Η φωνή μου δεν είχε αλλάξει, μάλλον θα έλεγα είχε καλυτερεύσει και τα παιδιά με τα χρόνια βέβαια είχαν γίνει πολύ καλύτεροι μουσικοί. Θα λέγαμε 15 κομμάτια περίπου. Η εκδήλωση κανονίστηκε για τον Ιούνιο.

Κάθε Τετάρτη πήγαινα στο στούντιο του Άλεξ για πρόβα. Ήταν κάτι διαφορετικό -όντως- για μένα. Και να μη γινόταν το reunion, δε με ένοιαζε πια. Έκανα κάτι άλλο από τα συνηθισμένα κι αυτό με αναζωογονούσε. Ναι. Δεν είχα ξοφλήσει ακόμη. Και γελούσα συνέχεια. Γέλασα περισσότερο μέσα σε 2 μήνες παρά τα πέντε τελευταία χρόνια. Κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό απ’ όλα τα υπόλοιπα.

Ο Ιούνιος έφτασε κι είχε μπει η βδομάδα που κάναμε τις τελευταίες πρόβες. Μου φάνηκε ότι πέρασαν δυο χρόνια. Τόσο γεμάτοι ήταν αυτοί οι δύο μήνες. Ανυπομονούσα κάθε βδομάδα να πάω στην πρόβα και προς το τέλος τους, κατάφερα να βρισκόμαστε δυο και τρεις φορές τη βδομάδα. Τόσο όμορφα περνούσα. Είχαμε μιλήσει με πολύ κόσμο απ’ τα παλιά, όχι τόσο εγώ προσωπικά, όσο τα παιδιά και σύμφωνα με τα λεγόμενά τους θα είχαμε σχεδόν απαρτία. Θα φέρναμε κι άλλο κόσμο από άλλες τάξεις του σχολείου -παλιότερες και νεότερες- και τελικά η κατάσταση είχε γίνει «όσοι πιστοί προσέλθετε». Θα ήταν ένα πάρτι όχι και τόσο συνηθισμένο. Δεν είχαμε διαδώσει πάντως και σε πολλούς ότι οι Funky Five θα επανεμφανιζόταν επί σκηνής. Να πω την αλήθεια, δεν περίμενα να μας θυμούνται και πολλοί. Δεν είχαμε αφήσει κι εποχή, άλλωστε. Μάλλον η εποχή μάς είχε αφήσει.

Κι η μέρα της εκδήλωσης ήρθε. Είμαστε απ’ το πρωί στο φουαγιέ και κάνουμε πρόβες με τα παιδιά. Όλα θα πήγαιναν πρίμα. Εκτός απ’ το μπάσο του Τσιου, βέβαια, που εκ φύσεως το πρίμα δεν το ‘χε. Αστειεύομαι. Προς το απόγευμα διακόψαμε και κάτσαμε να πιούμε μια μπίρα μεταξύ μας πριν έρθει ο όχλος.

– Πώς σου φαίνεται λοιπόν μικρέ μου Jagger η επανεμφάνισή σου μετά από 15 χρόνια επί σκηνής, με ρώτησε ο Αλέξανδρος. Τρακ έχουμε;

– Πάντα είχα, του απάντησα. Τώρα ίσως λίγο παραπάνω αλλά με δυο-τρεις μπίρες θα τα βγάλω πέρα, νομίζω.

– Δεν έχει ανάγκη αυτός ρε, είπε ο Γιαννάκης. Πάντα ένα τέρας ψυχραιμίας ήταν ακόμα και στις πιο δύσκολες. Θα διαπρέψεις αγόρι μου.

Φαινόταν όλοι πολύ χαρούμενοι. Κι εγώ μαζί τους. Κάναμε ένα τελικό τσεκάρισμα στα μικρόφωνα και στα όργανα. H ώρα πλησίαζε δέκα το βράδυ. Είχε έρθει κι ο DJ και ξεκίνησε να παίζει χαλαρά κομματάκια. Εγώ παράτησα τις μπίρες κι έβαλα μια βότκα με τόνικ. Είχα αρχίσει να έχω νευρικότητα. Όχι τόσο για τη συναυλία, παρά για τις συναντήσεις με τους παλιούς συμμαθητές μου. Άραγε πώς να είναι τώρα; Ποιοι θα έρθουν; Θα με γνωρίσουν; Θα τους γνωρίσω; Τι θα γίνει; Η ώρα της κρίσεως είχε φτάσει.

Σιγά-σιγά από τη μεγάλη πόρτα του φουαγιέ άρχισε κι έμπαινε κόσμος. Ο Φώτης, η Μαρία, η Δέσποινα ο Τάσος. Τόσο διαφορετικοί και τόσο ίδιοι ταυτόχρονα. Όλοι με το χαμόγελο όμως. Αγκαλιές, φιλιά, πειράγματα. Άλλοι αμήχανοι, άλλοι πιο διαχυτικοί. Στα πρόσωπά τους φαινόταν γραμμένος ο χρόνος- σ’ άλλους πιο πολύ, σ’ άλλους λιγότερο. Όμως δεν είχε σημασία. Σημασία είχε ότι ήμασταν όλοι εκεί και πάλι. Στο ίδιο μέρος που μεγαλώσαμε, που παίξαμε, που μάθαμε, που ερωτευτήκαμε. Για πρώτη φορά.

Οι μνήμες έντονες, τα χαμόγελα ειλικρινή και λόγια. Λόγια και κουβέντες να διαδέχονται η μία την άλλη. Ένας βομβαρδισμός πληροφοριών που δεν είχε σταματημό εν μέσω ποτού και μουσικής. Πώς πέρασε η ώρα έτσι εύκολα. Ήρθε κι ο Άκης κι ο Γρηγόρης, η Νάντια, η Ελένη, ο Παπαστεφάνου, η  Αλιμπέρτη. Σχεδόν όλοι. Μόνο εκείνη δεν είχε έρθει. Η Αγγελική. Όσο κι αν δεν ήθελα να το παραδεχτώ, στο πίσω μέρος του μυαλού μου όλον αυτόν τον καιρό ήταν χαραγμένη η εικόνα της. Ήθελα πολύ να τη δω. Κι ας μη μου μιλούσε. Μόνο να την έβλεπα. Έστω από περιέργεια.

Η ώρα είχε περάσει όμως. Είχαμε πει πολλά, κι είχαμε πιει πολλά όσα θα μπορούσαμε να πούμε και να πιούμε μέσα σε 2 ώρες. Το φουαγιέ είχε σχεδόν γεμίσει από κόσμο κι αναμνήσεις κι η μουσική έπαιζε όλο και πιο δυνατά για να καλύψει όλο αυτό το βουητό από τις συζητήσεις. Ο Αλέξανδρος πέρασε από δίπλα μου και με ρώτησε.

– Έτοιμος;

Τον κοίταξα γελώντας από το ποτό και την καλή διάθεση που είχα και του απάντησα.

– Έσω έτοιμος.

Μ’ ένα σάλτο ο Άλεξ ανέβηκε στη σκηνή, έκανε νόημα στον Dj να χαμηλώσει τη μουσική, πήρε το μικρόφωνο και είπε:

– Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί μου παλαιοί συμμαθητές. Είμαστε πολύ χαρούμενοι που βρισκόσαστε και που βρισκόμαστε εδώ. Η ανταπόκρισή σας ξεπέρασε κάθε προσδοκία μας. Θα ήθελα να πω ότι είμαι προσωπικά πολύ ευτυχισμένος που είδα αγαπημένους φίλους που κάποιους είχα να τους δω και 20 χρόνια. Μακάρι αυτό να μπορούσαμε να το κάνουμε πιο συχνά. Προς το παρόν, όμως, σας έχουμε μια έκπληξη. Το παλιό μας συγκρότημα, οι Funky Five που δεν ξέρω κατά πόσον το θυμόσαστε, είναι και πάλι εδώ. Ενωμένοι. Είναι επίσης υπεύθυνοι για τη διοργάνωση της βραδιάς. Θέλω να καλέσω λοιπόν επί σκηνής τους κυρίους κυρίους, Άγγελο Γεωργουδάκη, Γιάννη Αποστόλου, τον Μάνο Τζαβέλλα ή Τσίου και τον αγαπημένο μου φίλο Jagger η κατά κόσμον Δημήτρη Αποστολάκη. Com on boys!

Κι ανεβήκαμε πάνω. Η σκηνή πήρε φωτιά. Με το πρώτο κομμάτι που είπαμε, από κάτω έγινε της τρελής. Το τρακ πήγε βόλτα μονομιάς βλέποντας τόσο μεγάλο ενθουσιασμό. Χοροπηδούσαμε κι εμείς σαν κατσίκια πάνω στη σκηνή κι ήταν σαν ο χρόνος να μη μας άγγιξε ποτέ. Ο Άλεξ, τελείωσε το κομμάτι μ’ ένα σολο όπου ξέσπασαν οι πάντες σε δυνατό χειροκρότημα. Το πάρτι είχε ανάψει. Ένιωσα όλα μου τα κύτταρα να σκάνε μέσα στο κορμί μου. Τι χαμένο συναίσθημα ήταν αυτό που ζούσα!

Και συνεχίσαμε στον ίδιο ρυθμό. Το μυαλό μου είχε χαθεί μέσα στις ζητωκραυγές, τον χορό και τα σφυρίγματα. Αναρωτήθηκα αν ζούσα τόσον καιρό ή αν ήμουν νεκρός. Τα πόδια μου έβγαλαν φτερά. Είχαμε πει καμιά 10ριά κομμάτια κι έφτασε η στιγμή να πούμε Stones. Ο Τσίου χτύπησε στο μπάσο τις πρώτες νότες του Paint it Black.

«I see a red door and I want it painted black

No colors anymore I want them to turn black»

Είχα σχεδόν εκστασιαστεί. Ήταν το αγαπημένο μου κομμάτι. Όλο το μαύρο της ψυχής μου το είχα καταθέσει πάνω του εκείνη τη στιγμή. Ήθελα να το καταπιεί, να το ρουφήξει. Να βάψω το μαύρο με μαύρο και να εξαφανιστεί. Μια για πάντα. Και τότε, στη μέση σχεδόν του κομματιού την είδα. Ήταν εκείνη. Η δικιά μου εκείνη, που είχα 20 χρόνια να τη δώ. Η Αγγελική. Για πρώτη φορά μέσα στη βραδιά η φωνή μου έσπασε. Σχεδόν καρφώθηκα.

Ο Γιαννάκης το πήρε γραμμή και μου φώναξε:

– Συνέχισε!

Και συνέχισα.

«Maybe then I’ll fade away and not have to face the facts

It’s not easy facin’ up when your whole world is black»

Ίσως να μην ήμουν έτοιμος να την αντιμετωπίσω, αλλά τα μάτια μου δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν από πάνω της. Ήταν απέναντί μου και καθόταν στο ίδιο σημείο. Στο ίδιο σημείο που είχα κατέβει και τότε, πριν 20 χρόνια και που της είπα ότι ήμουν ερωτευμένος μαζί της. Είχα γίνει μούσκεμα. Το τραγούδι τελείωνε.

«If I look hard enough into the settin’ sun

My love will laugh with me before the mornin’ comes»

Ναι. Είχε συμβεί ακριβώς αυτό που έλεγαν οι στίχοι των Stones. Με κοίταζε από απέναντι και χαμογελούσε. Πριν να έρθει το πρωί. Σαν ψέματα έμοιαζε όλο αυτό. Μετά από τόσα χρόνια. Κι όμως. Ήταν αλήθεια. Τι κι αν τα χρόνια είχαν περάσει. Είχε ακόμα το πιο γλυκό χαμόγελο του κόσμου. Το πιο γλυκό χαμόγελο που είχα συναντήσει ποτέ στη ζωή μου. Και βρισκόταν εκεί. Μπροστά μου.

Σταμάτησα για ένα λεπτό, άφησα το μικρόφωνο στο stand κι ήπια μισό ποτήρι βότκα μονοκοπανιά. Η παράσταση έφτανε στο τέλος της. Είπαμε τα δυο τελευταία κομμάτια κι αυτό ήταν. Τελείωσε. Ο κόσμος από κάτω μας χειροκροτούσε φωνάζοντας «κι άλλο κι άλλο» αλλά εγώ δεν μπορούσα. Δεν κρατήθηκα άλλο. Ήθελα να κατέβω κάτω. Να τη δω από κοντά. Να διαπιστώσω αν ήταν αληθινή. Πήδηξα απ’ τη σκηνή και βρέθηκα μπροστά της. Της έπιασα τα χέρια και την κοίταξα μέσα στα μάτια. Δεν άκουγα τίποτα. Δεν έλεγα τίποτα. Τι θα μπορούσα να πω μετά από τόσα χρόνια; Όλες οι λέξεις φαινόταν τόσο φτωχές για να περιγράψουν αυτό που συνέβαινε. Έμοιαζε με παραμύθι.

Ο Αλέξανδρος φρόντισε να διακόψει απότομα όλο αυτό το ονειροπόλημα.

– Βρε τα παιδιά μας. Καλωσόρισες Αγγελικούλα . Τι νέα; Έχασες παράσταση. Αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Του έκανα νόημα με τα μάτια να φύγει. Ψευτογέλασε τότε κι είπε:

– Α, ωραία. Εμ, πάω να βάλω ένα ποτό εγώ. Χάρηκα που τα είπαμε. Θα… είμαι εδώ γύρω εγώ, Δημήτρη. Ό,τι θες μου λες έτσι; 

– Οκ Άλεξ, του είπα και γύρισα το βλέμμα μου πάλι στην Αγγελική.

– Λοιπόν. Πώς από δω; Της είπα με τη φωνή μου σχεδόν να τρέμει και τα μάτια μου να λάμπουν.

– Ε, έμαθα ότι θα παίζατε ξανά μετά από τόσα χρόνια κι είπα να έρθω να σας δώ. Γιατί μετά, ποιος ξέρει  ποτέ θα ξαναπαίξετε, σε 20 χρόνια πάλι; Δεν θα το άντεχα, μου είπε γελώντας.

– Ναι, μπορεί σε κάνα γηροκομείο να μας έβλεπες με τους ορούς επί σκηνής, της είπα και λύθηκε στα γέλια.

Συνέχισα να της κρατάω τα χέρια και την κοίταζα που γελούσε.

– Ξέρεις, Αγγελική, το τελευταίο πράγμα που είχα ακούσει ποτέ από σένα ήταν το γέλιο σου, της είπα. Και που δυστυχώς ήταν και το πιο στενάχωρο, συμπλήρωσα.

Η  Αγγελική τότε σταμάτησε να γελάει.

– Γιατί Δημήτρη μου; Με ρώτησε.

Πήρα βαθιά ανάσα τότε και της είπα.

– Εκείνο το βράδυ, θυμάσαι; Πριν από είκοσι χρόνια ακριβώς σ’ αυτό το σημείο. Που ήρθα ντυμένος Μικ Τζαγκερ και σου είπα ότι ήμουν ερωτευμένος μαζί σου. Κι εσύ γέλασες. Φαινόμουν τελικά τόσο αστείος; Τη ρώτησα και μισοχαμογέλασα.

Το πρόσωπό της γλύκανε και με κοίταξε συμπονετικά.

– Η αλήθεια ήταν ότι φαινόσουν πολύ αστείος με τη μάσκαρα να τρέχει στα μάγουλά σου και μ’ εκείνο το ροζ παντελόνι που φορούσες μου. Αλλά δε γέλασα γι’ αυτό. Ήταν διάφορα πράγματα που συνέβησαν τότε και δεν τα ήξερες. Ούτε εσύ, ούτε κανένας άλλος, μου είπε και σοβάρεψε απότομα.

 Δεν ξέρω, της είπα. Τι να σου πω. Εγώ είχα την εντύπωση ότι σου φάνηκα σχεδόν γελοίος μ’ αυτή την αμφίεση. Ένιωσα ότι το ροζ δερμάτινο παντελόνι που φόραγα είχε καταφέρει να φαίνονται αστεία όλα εκείνα τα συναισθήματα που έκρυβα για σένα τόσον καιρό.

– Έτσι πιστεύεις; Και θες μετά τόσον καιρό να δεις γιατί γέλασα πραγματικά; Έχει τόση σημασία;

– Ναι, έχει. Για μένα έχει, της απάντησα και ο τόνος της φωνής μου έγινε πιο οξύς.

– Έχεις ακόμη εκείνο το ροζ δερμάτινο παντελόνι; Με ρώτησε.

– Το έχω.

– Όταν λοιπόν θα σε ξαναδώ μ’ αυτό, έλα να με ξαναρωτήσεις.

Μόλις το άκουσα αυτό ένιωσα ότι συνέχιζε να με κοροϊδεύει. Οι παλιές μνήμες μου με σφυροκόπησαν στο κεφάλι. Εκνευρίστηκα τρομερά και δεν κρατήθηκα. Ένιωσα τις κόρες των ματιών μου να συστέλλονται και να διαστέλλονται. Της έσφιξα τα χέρια και της είπα:

– Μην φύγεις. Έρχομαι.

Κι έφυγα σαν σφαίρα για το σπίτι μου που ήταν δυο τετράγωνα πιο κάτω απ’ το σχολείο. Άνοιξα την αποθήκη και ψάχνοντας στα γρήγορα μέσα σε κάτι παλιές βαλίτσες, βρήκα το παντελόνι. Έβγαλα στα γρήγορα αυτό που φόραγα και το έβαλα. Ήταν τσαλακωμένο και ξεθωριασμένο αλλά δε με ένοιαζε. Βρήκα και τα παλιά μου All Star και το μπλουζάκι με το σήμα των Stones, τα έβαλα κι αυτά κι έτρεξα πίσω στο πάρτι.

Άνοιξα την πόρτα και είδα την Αγγελική που γύρισε και να με κοίταξε. Κι όχι μόνο αυτή. Όλος ο κόσμος με κοίταζε. Άφησε το ποτό της στο μπαρ, χαμογέλασε κι ήρθε προς το μέρος μου. Πήγα να της πω ότι μπορείς να ξαναγελάσεις αν θες, αλλά αυτή έβαλε το δάχτυλό της στα χείλη μου σαν να μου έλεγε να μην πω τίποτα και με το άλλο της χέρι με χάιδεψε στο πρόσωπο.

– Είσαι το πιο γλυκό πλάσμα που γνώρισα ποτέ μου, είπε, σηκώθηκε σχεδόν στις μύτες των ποδιών της και με φίλησε.

Τα πάντα γύρω μου βουβάθηκαν, ένιωσα ότι βρισκόμουν μέσα σε όνειρο κι ότι δε θα ξυπνούσα ποτέ. Σαν να μπήκα σε μια μηχανή του χρόνου που με γύρισε πίσω στο σχολείο. Δεν τολμούσα ν’ ανοίξω τα μάτια μου γιατί δεν ήθελα να τελειώσει αυτό που γινόταν- έστω κι αν ήταν όνειρο. Τότε η Αγγελική σταμάτησε, κόλλησε το μάγουλό της στο δικό μου και μου ψιθύρισε: «Σ’ αγαπώ πολύ. Να το ξέρεις…»

Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα γύρω μου. Είδα όλους τους παλιούς συμμαθητές μου που είχαν σταματήσει να κάνουν οτιδήποτε και μας κοίταζαν αποσβολωμένοι. Τότε ο Γιαννάκης άρχισε να χειροκροτεί. Όλος ο κόσμος τον ακολούθησε και ξέσπασε κι αυτός σε ενθουσιώδη χειροκρότημα.

Χαμογέλασα. Σχεδόν κοκκίνισα. Ξανακοίταξα την Αγγελική. Την πήρα από το χέρι και την τράβηξα προς τη σκηνή.

– Θα πω ένα τραγούδι για σένα, της είπα. Ένα τελευταίο τραγούδι. Και θέλω να είσαι από κάτω. Κοντά μου. Αυτό θέλω.

Της χάιδεψα τα μαλλιά, έσκυψα και τη φίλησα. Κι ανέβηκα πάνω. Οι υπόλοιποι χωρίς να τους κάνω ούτε μισό νεύμα ανέβηκαν στην σκηνή μαζί μου. Κοίταξα δεξιά τον Γιαννάκη και πίσω μου τον Αλέξανδρο.

– Έτοιμοι παιδιά;  Και. Ένα δύο τρία τέσσερα πάμε…

«Angie, when will those clouds all disappear?

Angie, where will it lead us from here?

But Angie, ain’t it good to be alive?

Angie, they can’t say we never tried…»

 

Συντάκτης: Παναγιώτης Λαμπρίδης
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου