Ξυπνάς το πρωί κι έχεις την αίσθηση ότι κάτι έχει αλλάξει, ότι αυτό το πρωινό είναι εντελώς διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Δεν μπορείς να καταλάβεις τι, γιατί όλα είναι ίδια στο δωμάτιο. Το κρεβάτι, οι κουρτίνες, τα κλειστά παντζούρια, το πρώτο φως που περνάει μέσα από τις χαραμάδες. Οι κόρνες των αυτοκινήτων, βήματα στο πεζοδρόμιο, φωνές που χάνονται στο βάθος. Κι όμως, γύρω σου επικρατεί μια παράξενη ησυχία.

Απλώνεις το χέρι σου εντελώς μηχανικά στο κομοδίνο, όπως κάνεις κάθε φορά χωρίς να το σκεφτείς, για να πιάσεις το κινητό που συνήθως βρίσκεται εκεί, μα δεν υπάρχει τίποτα. Γυρνάς το κεφάλι να κοιτάξεις καλύτερα, μα δεν το βλέπεις. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο δε νιώθεις την ανάγκη να ψάξεις, να το βρεις, να δεις αν έχει πέσει κάτω στο πάτωμα ή το έχεις αφήσει κάπου αλλού. Είναι σαν να ήξερες ότι δεν υπήρχε.

Ανοίγεις τις κουρτίνες για να μπει περισσότερο φως και, όσο ετοιμάζεσαι, το έντονο άρωμα του καφέ ξυπνάει τις αισθήσεις σου. Με κάθε γουλιά νιώθεις όλο και περισσότερο την πλούσια, γεμάτη γεύση του. Έτσι όπως στέκεσαι στο παράθυρο, βλέπεις ανθρώπους να περπατάνε για να πάνε στις δουλειές τους, παιδιά να πηγαίνουν στο σχολείο, να μιλάνε μεταξύ τους, να γελούν, ενώ η κίνηση στους δρόμους παραμένει στον κανονικό της ρυθμό. Όσο τους κοιτάς, αρχίζεις να παρατηρείς ότι κανείς τους δεν κρατάει κινητό. Στην αρχή παραξενεύεσαι, νομίζεις ότι δεν είδες καλά και κοιτάζεις ξανά. Βλέπεις που περπατάνε κοιτάζοντας μπροστά, που δεν είναι σκυμμένοι πάνω από μια οθόνη, πρόσωπα γνώριμα, μα και άγνωστα, που τα βλέπεις πρώτη φορά.

Κλείνεις την πόρτα πίσω σου, αφού έχεις ρίξει μια τελευταία ματιά στο σπίτι και στην τσάντα σου για να βεβαιωθείς ότι δεν έχεις ξεχάσει κάτι. Πηγαίνεις μέχρι τη στάση του αστικού και, μέχρι να έρθει, αρχίζεις να χαζεύεις γύρω σου τον κόσμο που βρίσκεται ήδη εκεί και περιμένει. Μέσα στο λεωφορείο τα πράγματα είναι ακόμα πιο παράξενα. Άνθρωποι μεγάλης ηλικίας κρατούν τα μάτια τους κλειστά, σαν να κοιμούνται, άλλοι διαβάζουν κάποιο βιβλίο, λύνουν σταυρόλεξα ή ακούνε μουσική μέσα από το γουόκμαν τους. Κανείς από αυτούς δεν κρατάει τηλέφωνο στο χέρι. Κοιτάζεις μέσα από το τζάμι και παρατηρείς πράγματα που υπήρχαν από πάντα εκεί έξω και δεν τα είχες προσέξει.

Κατεβαίνεις στην επόμενη στάση και αποφασίζεις να περπατήσεις το υπόλοιπο της διαδρομής. Συνεχίζοντας τον δρόμο σου, συναντάς ένα πάρκο, το οποίο και αποφασίζεις να διασχίσεις. Είναι όλο πράσινο, γεμάτο δέντρα και λουλούδια. Σταματάς για μια στιγμή και ακούς τον ήχο από το θρόισμα των φύλλων· σε μαγεύουν τα χρώματα των φυτών. Παρακάτω συναντάς ανθρώπους που έχουν βγάλει τα κατοικίδιά τους βόλτα, άλλους να κάνουν τζόκινγκ, κάποιους να κάθονται στο παγκάκι και να διαβάζουν την εφημερίδα τους, άλλους να ταΐζουν τα πουλιά και μικρά παιδιά να παίζουν στο γρασίδι.

Αφήνεις πίσω αυτή τη μικρή όαση και φτάνεις στο σημείο του ραντεβού, όπως κάθε φορά, την ίδια μέρα και ώρα, στο γνωστό μέρος που πλέον έχει γίνει στέκι για την παρέα. Κάθεσαι σε μια γωνία του καναπέ, δίπλα στη βιτρίνα, και παραγγέλνεις μέχρι να έρθουν και οι υπόλοιποι, έχοντας λίγο χρόνο να παρατηρήσεις τους θαμώνες του μαγαζιού: πώς είναι ντυμένοι, τι κάνουν, ενώ ακούς τον θόρυβο των πιάτων και των ποτηριών.

Ο ήλιος άρχισε να δύει, δυνατά γέλια ακούγονταν από το τραπέζι και έντονες συζητήσεις και, στο τέλος, δόθηκε η συνηθισμένη υπόσχεση να ανταμώσουμε ξανά, για να μοιραστούμε καινούριες ιστορίες. Φεύγοντας και παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής, η πόλη είχε αλλάξει χρώμα.

Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο. Άλλοι επέστρεφαν σπίτι από τη δουλειά, άλλοι είχαν ετοιμαστεί για τη νυχτερινή τους έξοδο, ενώ η βαβούρα στους δρόμους ήταν αρκετή. Κανένας από όλους αυτούς που βρέθηκαν στον δρόμο σου δεν κρατούσε τηλέφωνο.

Το φεγγάρι και τα αστέρια φώτιζαν τη νύχτα. Είχε περάσει καιρός από την τελευταία φορά που κοίταξες ψηλά, στο άπειρο, και τότε… άνοιξες τα μάτια σου ξανά.

Ήσουν πάλι στο κρεβάτι, σε ένα δωμάτιο σκοτεινό, ενώ έξω μόλις είχε αρχίσει να χαράζει. Κοίταξες στο κομοδίνο και το κινητό ήταν εκεί, να αναβοσβήνει, έτοιμο να σου δείξει όσα είχαν συμβεί όσο εσύ κοιμόσουν.

Και κάπως έτσι, σαν ένα όνειρο, η ζωή μας ήταν απλή και ήσυχη. Ζούσαμε την κάθε στιγμή στο έπακρο. Κανένας δεν είχε την ανάγκη να είναι συνεχώς συνδεδεμένος στο διαδίκτυο, κολλημένος με μια οθόνη ανάμεσα στα μάτια του, να ψάχνει μήπως έχασε κάτι ή του ξεφύγει μια νέα ενημέρωση. Όταν θέλαμε να μιλήσουμε με κάποιον, τον παίρναμε στο σταθερό τηλέφωνο ή πηγαίναμε από κοντά. Κανονίζαμε από πριν τις συναντήσεις μας και, αν κάποιος αργούσε, απλώς περιμέναμε, χωρίς μηνύματα και χωρίς να ξέρουμε πού βρίσκεται ανά πάσα ώρα και στιγμή. Βγαίναμε έξω και παίζαμε στις γειτονιές μέχρι να νυχτώσει, χτυπούσαμε τα κουδούνια φίλων μας για να κατέβουν, κάναμε βόλτες με τα ποδήλατα, πηγαίναμε στις πλατείες και στις παραλίες και περνούσαμε ώρες συζητώντας. Κρατούσαμε φωτογραφίες σε άλμπουμ, γράφαμε γράμματα και, όταν πηγαίναμε σινεμά ή θέατρο, σε συναυλίες, όταν φεύγαμε διακοπές, απολαμβάναμε το ταξίδι χωρίς να σκεφτόμαστε τι θα ανεβάσουμε.

Περνάγαμε καλά γιατί γνωρίζαμε νέο κόσμο, κάναμε παρέες, ταξίδια και όνειρα.

Και ύστερα ήρθαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μαζί τους ένας καινούριος τρόπος να επικοινωνούμε και να ενημερωνόμαστε. Μέσα σε λίγα χρόνια, το Facebook, το Instagram, το TikTok και οι υπόλοιπες πλατφόρμες έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Πλέον μπορούμε να μιλάμε με ανθρώπους που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, να μοιραζόμαστε στιγμές από τη ζωή μας και να ενημερωνόμαστε για ό,τι ακριβώς συμβαίνει, σχεδόν τη στιγμή του γεγονότος.

Τα social media ένωσαν τους ανθρώπους σε ολόκληρο τον πλανήτη, έδωσαν φωνή σε πολλούς και δημιούργησαν νέους τρόπους έκφρασης και δημιουργίας. Ταυτόχρονα, όμως, άρχισαν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Η ανάγκη για likes, σχόλια και αποδοχή μάς έκανε να απομονωθούμε, στην προσπάθεια να δείχνουμε μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας.

Είναι ένα εργαλείο με τεράστια δύναμη, που μπορεί να μας εμπνεύσει, αλλά και να μας απομακρύνει από την πραγματική επαφή, να μας κάνει να κυνηγάμε την ψηφιακή αποδοχή και να ξεχνάμε την αξία της στιγμής που συμβαίνει μπροστά μας, καθώς πίσω από τις «τέλειες» ζωές που βλέπουμε στην οθόνη υπάρχει μόνο μια μικρή, επιλεκτική στιγμή.

Η Meta (μητρική εταιρεία του FB και του Insta) άλλαξε αρκετές από τις λειτουργίες της λόγω πιέσεων και προστίμων, με πιο πρόσφατο τον δικαστικό συμβιβασμό για τις επιπτώσεις των πλατφορμών της στην ψυχική υγεία των εφήβων και τον «εθισμό» που προκαλούν. Μέσα σε αυτόν τον ψηφιακό κόσμο, το όνειρο εκείνου του πρωινού μοιάζει πλέον σαν μια μακρινή, πολύτιμη ανάμνηση.

Συντάκτης: Ειρήνη Σαμαρά