Η Ελευθερία ξεκινά στο mail της λέγοντάς μου πως ήταν πάντοτε αισιόδοξη. Τα προβλήματα της τα έπαιρνε στο μαξιλάρι της κάθε βράδυ, αλλά φρόντιζε να τα αφήνει εκεί και να ξεκινά την κάθε μέρα της με χαρά.

Διάβασα την ιστορία της στο μαξιλάρι μου κι εγώ, γεμάτη από περιέργεια για το πώς εξελίχθηκε και την έκανε να χάσει το χαμόγελό της.

Για δύο ολόκληρα χρόνια σιγοτραγουδούσε στον εαυτό της  τον στίχο «πιο καλή η μοναξιά» και φρόντιζε να το υποστηρίζει, αφού είχε βγει από μία άσχημη σχέση γεμάτη από εντάσεις.

Επέτρεπε στον εαυτό της κατά καιρούς να ζήσει καμιά μικρή και σύντομη ερωτική ιστορία, αλλά μέχρι εκεί. Τίποτα πιο ουσιώδες.

Το δυνατό και ουσιώδες όμως, είχε ραντεβού μαζί της τον Φλεβάρη του 2015. Μόνο που εκείνη δεν το γνώριζε.

Ετοιμάστηκε, φορώντας τα καλά της για να παρευρεθεί στον αρραβώνα του προσώπου που τη στήριζε στα όμορφα και τα άσχημα, της αγαπημένης της ξαδέρφης.

Κάθισε στο γιορτινό τραπέζι και παρατηρούσε τα γεμάτα από χαρά βλέμματα όλης της οικογένειας. Ήρθε όμως ένα άλλο βλέμμα να ταράξει τη χαλαρότητα και την ηρεμία εκείνης της βραδιάς.  «Δυο ματάκια μπλε, χρώμα πέλαγος καλέ» ήταν αυτά που ξεχώρισε να περνούν από δίπλα της και να την κοιτούν έντονα.  Με καταγωγή από την Κρήτη δεν μπορούσε να μη προσέξει και τα μαύρα ρούχα του, την κορμοστασιά του, τα γένια του. Όλα πάνω του δεν την άφηναν αδιάφορη, αλλά αυτά τα μάτια κι ο τρόπος που την κοιτούσε δεν μπορούσαν εύκολα να βγουν από το μυαλό της.

Έκανε εκείνος την αρχή, σηκώνοντας το ποτήρι του και συνεχίζοντας να την κοιτά κατάματα ευχήθηκε δυνατά «Στις χαρές σου» χαρίζοντάς της ένα όμορφο και συνάμα πονηρό χαμόγελο. Την Ελευθερία, την ταλαιπωρούσε μια αλλεργία στα μάτια και σε μία από τις συχνές της επισκέψεις στην τουαλέτα του σπιτιού για να βάζει την απαραίτητη φαρμακευτική αγωγή, εκείνος απέδειξε ακόμη ένα του προτέρημα. Την τόλμη.

Την αρπάζει και κλείνοντας βιαστικά την πόρτα της τουαλέτας, τη φιλά με πάθος. Ένα φιλί που η Ελευθερία δεν μπόρεσε ν’ απολαύσει όσο θα ήθελε, αφού σκεφτόταν συνεχώς ότι έξω από την πόρτα βρισκότανε οι οικογένειές τους. Την όμορφη αυτή στιγμή διέκοψε η φωνή της μητέρας της όπου της έλεγε «Γιατί καθυστερείς; Έγινε κάτι;» κι ενώ πολύ θα ήθελε να της φωνάξει «Ναι! Ερωτεύτηκα από ένα βλέμμα και φαίνεται να είναι αμοιβαίο, μη μας το χαλάς» πανικοβλήθηκε και ωσάν σύγχρονος Ρωμαίος, εκείνος έφυγε βιαστικά από το παράθυρο, προλαβαίνοντας ωστόσο να πάρει το τηλέφωνό της.

Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε και μαζί της άνοιξε και η γεμάτη από χαρά καρδιά της.

Κάπως έτσι ξεκίνησε μια όμορφη σχέση. Τόσο απλά. Στους τέσσερις τοίχους ενός μπάνιου. Κι όσο άκυρος  κι αν μας φαντάζει σαν χώρος , άλλο τόσο όμορφος φαντάζει στην ανάμνηση των δύο αυτών ερωτευμένων νέων.

Τις όμορφες στιγμές που περνούσε καθημερινά αυτή η σχέση, θα τις χαλάσει η συνέχεια της ιστορίας που μοιάζει αρκετά με εκείνη των Βροντάκηδων κ Φουρτουνάκηδων.

Η οικογένεια της Ελευθερίας με το που έμαθε γι’ αυτό το ειδύλλιο, αντέδρασε άσχημα.  Η μία κατηγορία μετά την άλλη. «Μάθαμε γι’ αυτόν. Είναι κακός χαρακτήρας, μπλέκει σε φασαρίες, κάνει παρανομίες» κι όποια άλλη πληροφορία  η έρευνα της οικογένειας είχε αναδείξει.

Όσα η Ελευθερία είχε ζήσει μαζί του δείχνανε έναν εντελώς διαφορετικό άνθρωπο από αυτόν που οι κακές γλώσσες περιέγραφαν. Είχε μόνο ένα κακό. Είχε κακή σχέση με το κινητό του, κάτι που την τρέλαινε. Ήθελε να του μιλά, να τον βρίσκει και αγνοούσε ακόμη κι όταν εκείνος την καθησύχαζε λέγοντάς της «Θα σε πάρω μετά. Πρέπει να ξεκουραστώ».

Είχε γίνει υπερβολική, αλλά ήθελε να ξέρει πού βρίσκεται. Να της αποδεικνύει ότι είχε δίκιο που τον υπερασπιζόταν με τόσο πάθος ενάντια στους δικούς της. Τον έπνιξε από ενδιαφέρον και πνίγηκε κι εκείνη από τα δάκρυα που ακολούθησαν, αφού μοιραία οι καυγάδες και η έλλειψη εμπιστοσύνης, έφεραν το χωρισμό.

Μόνο ένα βράδυ που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά της, χαμογέλασε ξανά. Ήρθε και ήταν σαν να μην έφυγε από δίπλα της ποτέ. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που την έκανε να νιώσει, να νοιάζεται, ν’ αγαπά.

Έφυγε όμως πάλι και μέχρι και σήμερα που σας γράφω την ιστορία τους,  η Ελευθερία ελπίζει ότι αυτό το καρμικό που ένιωσε από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισε δε θα χαθεί και θα επιστρέψει όταν οι συνθήκες θα’ ναι ευνοϊκές.

Εγώ πάλι, εύχομαι αυτή η αισιοδοξία που την ακολουθούσε αφήνοντας κάθε φορά τα προβλήματά της στο μαξιλάρι και ξεκινώντας την κάθε μέρα της από την αρχή ξανά, να μην την προδώσει ποτέ και στο ξεκίνημα της αυριανής κιόλας μέρας, να συναντήσει έξω από την πόρτα της το ερωτικό της κάρμα, γιατί οι χωρισμοί πρέπει να προέρχονται από ασυμφωνία χαρακτήρων κι όχι από κατηγορίες τρίτων.

Χαμογέλα! Τα αληθινά αισθήματα θα βρουν τον τρόπο.

 

Αυτή ήταν η ιστορία της Ελευθερίας για τη στήλη Your Stories Reloaded. Στείλε κι εσύ τη δική σου ιστορία εδώ.

Συντάκτης: Μαριάμ Πολυγένη