Γράφει η Γεωργία Α.

Δεν ξέρω αν ποτέ φτάσει αυτό το κείμενο σε σένα, αλλά να πώς έχει το πράγμα μέσα μου. Έκλεισες την πόρτα κι έμεινα εκεί, κουλουριασμένη στον καναπέ, κρυμμένη κάτω απ’ την κουβέρτα. Δε νιώθεις τίποτα. Σου έφυγε. Μ’ αγαπάς, όμως.

Θες χρόνο να σκεφτείς. Σε πρόδωσα, λες. Σε πλήγωσα με αυτή την απόφαση. Δεν ήταν απόφαση. Ήταν λύση στο αδιέξοδο. Αξίζει, μάτια μου, να χωρίσουμε για αυτό; Να χαλάσουμε όσα έχουμε χτίσει; Αντέχεις να με χάσεις για πάντα, να μη με έχεις δίπλα σου ποτέ ξανά;

Θυμάσαι που μου έλεγες ότι δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς εμένα; Ότι είμαι ό,τι καλύτερο σου έχει συμβεί; Αλήθεια, θέλεις να το χάσεις μια για πάντα; Δεν μπορώ να το δεχτώ! Ίσως σε πλήγωσα, ίσως μαζεύτηκαν πολλά, ίσως έκανα πολλά, φταίει ο χαρακτήρας μου, μα πάντα ήξερες να με συνεφέρνεις. Τι κάνεις τώρα; Με εκδικείσαι; Πρέπει να πληρώσω; Ας είναι, αλλά μη μας εγκαταλείπεις. Το σπίτι μας σε περιμένει.

Δεν αντέχω μακριά σου, μπαίνω στο σπίτι και το μόνο που μου κάνει συντροφιά είναι ένα μπουκάλι. Ένα; Ποιον κοροϊδεύω; Που ανοίγω το ένα μετά το άλλο. Να σκέφτομαι πώς γίνεται αυτός ο άνθρωπος που με λατρεύει να ξεστόμισε αυτές τις λέξεις. Να σκέφτομαι πώς βρήκε τη δύναμη να με αφήσει μόνη να περνάω το λούκι μου.

Γιατί ξέρεις πώς είμαι. Ξέρεις πώς νιώθω. Και παρ’ όλα αυτά επιτρέπεις να καταστρέφομαι. Εσύ που θες να είμαι καλά. «Μη σε ξανακούσω να κλαις», είπες. Αλήθεια; Που δεν έχω σταματημό; Το είπες αυτό όταν με κοίταγες τα μάτια κι έβλεπες ότι είμαι κομμάτια;

Μένω σε αυτό το σπίτι που κάναμε κοινά όνειρα ψάχνοντάς σε. Να κλαίω και να περιμένω να γυρίσεις, χωρίς να με ακούει κανείς. Να σε ζητώ απεγνωσμένα σε κάθε γουλιά που καταπίνω, σε κάθε ρουφηξιά που κατεβάζω. Να κοιτάω τις φωτογραφίες μας και να νοσταλγώ.

Όλα αυτά τα όμορφα που περάσαμε μαζί. Τις βόλτες με το αμάξι, τις χαζομάρες μας. Τα ταξίδια μας. Τα βράδια που καθόμασταν αγκαλιά στον καναπέ. Ή εκείνα τα άλλα, που μαγειρεύαμε με τις ώρες, ακόμα κι αυτές τις φορές που πήγες να μας βάλεις φωτιά. Ακόμα και τότε που τσακωνόμασταν για χαζούς λόγους, αλλά με μια αγκαλιά, με ένα φιλί, με ένα «είσαι μαλάκας» λύνονταν όλα. Την πρώτη μέρα που μείναμε σπίτι. Τις στιγμές που περάσαμε με φίλους. Όλα μας τα πρωινά μας. Εμείς είμαστε ένα, δε γίνεται να μείνουμε χώρια. Δε δέχομαι αυτό το τέλος για μας. Πεθαίνουμε ο ένας για τον άλλο. Το είδα στα κόκκινα μάτια σου το βράδυ που ήρθα και σε βρήκα. Ούτε εσύ είσαι καλά μακριά μου. Δεν το θες όλο αυτό.

Έχουν μαζευτεί πολλά, αλλά εγώ είμαι εδώ να θέλω να παλέψω για μας. Ξέρω ότι μέσα σου με θες κι ας το αρνείσαι, κι ας λες ότι δε μου αξίζεις έτσι. Ζητάς την αγκαλιά μου. Εσύ μου το είπες κι αυτό αναιρεί κάθε σου αντίθετη λέξη. Το βλέπω στα μάτια σου.

Άσε τον θυμό σου στην άκρη κι έλα να κοιμηθούμε μαζί στο σπίτι μας. Γύρνα. Έλα. Δε θέλω να σε χάσω. Πονάω. Με καταστρέφω. Σ’ αγαπάω.Έχουμε περάσει πολλά. Έχουμε χτίσει ακόμη πιο πολλά. Ας μην τα γκρεμίσουμε. Έλα να ζήσουμε κι άλλα. Έλα να συνεχίσουμε το παζλ.

Θυμάσαι; Τα δυο κομμάτια παζλ που φοράμε κ οι δύο. Εκείνα που πήραμε στην πρώτη μας εκδρομή. Ξέρω ότι το κοιτάς. Ελπίζω να χαμογελάς σε αυτές τις αναμνήσεις. Κι ας με έβριζες που σε ανέβασα εκεί πάνω τόσα σκαλιά και στο ξαναθύμισα. Έλα να ζήσουμε κι άλλες στιγμές. Μαζί.  Μου λείπεις. Περιμένω να ακούσω τον ήχο των κλειδιών σου στην πόρτα.

 

Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη