Πάλι σε σκέφτηκα. Ξέρω, θα μου πεις, ότι δεν επιτρέπεται να ανασύρω αναμνήσεις από κεφάλαια που έχουν κλείσει. Μα δεν ξέρω θα σου πω κι ύστερα θα κλείσω τα μάτια, να αφουγκραστώ το τώρα.

Έχει άλλη αίσθηση, και σήμερα άκουσα κάτι, που δεν ξέρω πού και πότε, αλλά αποτυπώθηκε στη μνήμη μου. «Μην ορίζεις το τέλος, κανείς δεν το ξέρει αυτό». Ξέρεις, ένα γελάκι διέφυγε, σαν αυτά που σε εκπλήσσουν όταν διαπιστώνεις, πως συμφωνείς. Σωπαίνεις, σε τέτοιες στιγμές, γιατί οι σκέψεις κάνουν περισσότερη φασαρία στο μυαλό σου. Σαν θύελλα σηκώνεται η άμμος των αναμνήσεων που αρχίζει να σε κατακλύζει με ένα κάρο εικόνες που παρελαύνουν μπροστά σου.

Εκεί θα σταματήσεις. Θυμάσαι να ξανά ζεις όμορφες στιγμές. Χαρές, γέλια κι έρωτα. Δε δακρύζεις, νιώθεις ευτυχία που ήσουν με εκείνο το άτομο κι έζησες αυτό που σας δόθηκε απλόχερα. Το γελάκι, αλλάζει σταδιακά γίνεται μια όμορφη τοξωτή καμπύλη, με κατεύθυνση το ταβάνι. Μα είναι εμφανές πως χαμογελάς γιατί έχεις αγάπη για εκείνο το άτομο. Τι κι αν έφυγες εσύ, τι κι αν εξαφανίστηκες. Ναι, ακριβώς, «είχα τους λόγους μου», θα σου πω.

Δεν είχα χρόνο να εξηγήσω, όλα αυτά που βάραιναν το μεταξύ μας. Δεν ήθελα τον έρωτα που είχαμε να τον βλέπω να σέρνεται σε δυο κουφάρια ξένα, που κάποτε πάλλονταν δυνατά σε έναν ρυθμό και τώρα κοιτούσες ο ένας τον άλλον με άδεια, κενά βλέμματα. Δεν ήθελα να αντικρίσω το τέλος που το έβλεπα να έρχεται. Ήθελα με κάθε τρόπο να το αποφύγω, να το αλλάξω. Όμως, ξέρεις, η προσπάθεια του ενός, είναι άκαρπη. Θέλει δύο λέει για να χορέψουν τανγκό, μα εμείς δεν ολοκληρώσαμε τον χορό. Το αφήσαμε στη μέση. Δεν ξέρω, τι έφταιξε ως εκείνο το σημείο, αλλά εκείνη η φράση που άκουσα, μου τάραξε τα σωθικά. Όσο κι αν η αντίδρασή μου, ήταν σιωπηρή, αυτό μου έφερε αέρα ελπίδας. «Για φαντάσου, όλα είναι πιθανά». Ίσως να υπάρχει τέλος, ίσως κι όχι.

Ξέρω, πως με έψαξες, το προσπάθησες. Κοίτα να δεις, η καρδιά μου σκίρτησε από άγχος, ότι η επιστροφή σου, ήταν περιορισμένης διάρκειας. Ακόμη κι εκεί η δύναμη της θέλησής σου, ήταν χλιαρή. Είχε εξασθενίσει το «θέλω» σου, κι αυτό φαινόταν από τις πράξεις σου, ακουγόταν από τα λόγια σου, που έσφaζαν σαν λεπίδες. Δεν μπορούσες να καταλάβεις, δεν ήσουν σε θέση να κουβεντιάσεις. Η απολυτότητά σου, ήταν ένα είδος συμπεριφοράς που ήταν αδιαπραγμάτευτη. Κουράστηκα να αντιμετωπίζω μεγαθήρια, γιατί έτσι γινόσουν κάθε φορά. Μετατρεπόσουν, σε ένα θηρίο που κατασπάραζε, εμένα, εσένα, δηλαδή εμάς. Έπειτα; Έπειτα, έμενε το εγώ να χαίρεται τη σιωπή κι εκείνη η βουβή πλανεύτρα, ήξερε πως μεγαλουργούσε. Έσπερνε τη διχόνοια. Δεν υπήρχε μεγαλύτερο καταστροφικό ζιζάνιο στις σχέσεις, από δαύτο. Ξεκινούσε και κλιμακωνόταν, με τις μικρές προστριβές, που κλιμακώνονταν και δημιουργούσαν το κενό αναμεσά μας.

Έτσι φτάσαμε ως εδώ. Κάθε μέρα αδειάζαμε και λίγο περισσότερο από συναίσθημα. Σαν να είχαμε διαρροή, κι ο τεχνικός για την επισκευή, δεν υπήρχε. Κάθε μέρα το συναίσθημα, μεταμορφωνόταν κι εκείνο εξίσου, από θετικό σε αρνητικό. Μεγάλωνε το χάσμα μεταξύ μας. Εσύ για τους δικούς σου λόγους κι εγώ για τους δικούς μου. Ήθελα να αφήσω πίσω όλο αυτό που με κούραζε. Βέβαια, γνώριζα πως το ίδιο έργο θα έβλεπα πάλι, αλλά αυτή την φορά δεν ήθελα να το δω. Το τέλος, δε θα άλλαζε, θα ήταν ίδιο ακριβώς με το προηγούμενο. Ένα κενό, ένα αδιέξοδο και μια προδοσία μετέωρη στη μέση. Δε θα δώσω έμφαση σε αυτό, ακόμη κι εδώ καταλαβαίνω. Πάντα κατανοούσα, γιατί αντιδρούσες έτσι, δε θα έλεγα πως την ίδια αντίληψη είχες κι εσύ.

Όταν, έχεις εξαντλήσει τις ευκαιρίες σου, όταν εκείνες οι συζητήσεις έπεσαν στο κενό κι αντ’ αυτού οι απαντήσεις ήταν ακατάληκτες, δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να αποχωρήσεις. Δεν έχει σημασία ο τρόπος, αλλά όλα αυτά που είχαν δοθεί πριν φτάσεις σε εκείνο το σημείο, να φερθείς σκληρά. Ήταν σκληρός ο αποχωρισμός μου, αλλά στην ουσία ήταν η δική μου έκφραση κι αν θες δέξου το ως αντίδραση, σε όλα αυτά τα χρόνια που σιωπηρά παρακολουθούσα τα γεγονότα. Αυτά που δεν είχαν καταλήξη, παρά ένα πίσω – μπρος, με πολλές υποσχέσεις, λόγια αγάπης κάλπικα κι άλλα στοιχεία που με έκαναν να πιστεύω.

Πίστεψα σε παραμύθια γιατί την αλήθεια, δεν ήμουν σε θέση να την δεχτώ. Τη δέχτηκα τώρα, έστω κι αργά αι ελπίζω να με συγχωρέσει ο εαυτός μου, που απόψε σε θυμήθηκα κι είπα να με ταλαιπωρήσω λίγο. Πέρασε η ώρα και πρέπει να σ ‘αφήσω. Σε φιλώ λοιπόν και σου εύχομαι καληνύχτα. Σήμερα το τέλος είναι ίδιο, αύριο;

 

 

Συντάκτης: Αλεξάνδρα Τσότσου
Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Κουτσουρά