Μαρτυρία θύματος ενδοοικογενειακής βίας, όπως τη μετέφερε στους εργαζόμενους του τμήματος δημόσιας υγείας και κοινωνικής μέριμνας της περιφέρειας Ρεθύμνου.

 

Ήταν μια μέρα σαν χθες. Τίποτα το ιδιαίτερο- άλλη μια μέρα που θέλω να χαθώ ανάμεσα σε πλήθος ανθρώπων με αδιάφορα βλέμματα. Είναι καθημερινή απόγευμα στο σπίτι. Ακούω κλειδί. Ανοίγει την πόρτα κι ο τρόμος με πλημμυρίζει. Δεν είναι τίποτα καινούριο βέβαια. Αυτό το αίσθημα είναι τόσο οικείο, το έχω συνηθίσει πια.

Ψάχνω το βλέμμα του. Το αντικρίζω. Αρχίζω να τρέμω. Ούτε αυτό είναι τίποτα- το έχω συνηθίσει πια. Σκέφτομαι μήπως είμαι υπερβολική, αλλά η σκέψη μου κόβεται απότομα. Τα λόγια που ακούγονται μέσα στους τέσσερις τοίχους δεν προμηνύουν τίποτα καλό. Βουρκώνω. Με πιάνει το παράπονο κι ο φόβος κορυφώνεται. Δεν μπορώ να διακρίνω αν είναι αγωνία. Αν είναι απλώς η αναμονή πριν συμβεί. Ξανά.

Έρχεται δίπλα μου. Με πιάνει από το χέρι και με τραβάει με μανία. Σηκώνομαι και τρέχω προς την πόρτα. Με προλαβαίνει και πέφτει πάνω μου με κακιά και μίσος. Πέφτω κάτω, ζαλίζομαι, ο κόσμος γυρίζει. Αυτός χτυπάει και πάλι. Χτυπάει! Φωνάζω βοήθεια, παρακαλάω να σταματήσει και προσπαθώ να ξεφύγω. Δε μ’ αφήνει, δε σταματάει. Ακούγεται κάποιος απ’ έξω «άφησέ τη ρε, θα τη σκοτώσεις». Αλλά αυτός, απτόητος.

Τα καταφέρνω να ανοίξω την πόρτα. Βγαίνω έξω. Τώρα πια, κάθομαι στα σκαλιά έξω από το σπίτι. Δεν ξέρω τι με πονάει περισσότερο. Ο πόνος στο κεφάλι μου από τα χτυπήματα είναι αφόρητος, μα δεν ξεπερνά αυτό που νιώθω. Τον πανικό, τον θυμό, την ταπείνωση. Μια παγωνιά με λούζει.

Με προφταίνει κι αρχίζει να φωνάζει να μπω πάλι μέσα. Παρά τις απειλές του, ξεκινάω να φύγω, θέλω να φτάσω όσο πιο μακριά γίνεται, να τρέξω. Μόνο μια σκέψη γυρίζει στο μυαλό μου: Να μη με δουν τα παιδιά μου έτσι. Δεν πρόλαβα. Πάλι δεν πρόλαβα. Πέφτει και πάλι πάνω μου με μίσος, σαν άγριο ζώο που κυνηγάει λυσσασμένο το θήραμά του. Με ρίχνει στα σκαλιά. Πάλι κανείς δεν πλησιάζει για βοήθεια. Πιάνει το κεφάλι μου και το χτυπάει στο μάρμαρο ξανά και ξανά. Ζαλίζομαι, το αίμα κυλάει παντού. Είμαι ένα τίποτα, δεν έχω αξία, δεν είμαι πια άνθρωπος. Δεν είμαι παρά χυμένο αίμα παντού που δε λέει να σταματήσει. Η μόνη μου σκέψη είναι στα παιδιά μου, μην έρθουν σπίτι τα παιδιά.

Η επόμενη σκηνή που θυμάμαι, είναι η γιατρός να με κοιτάει στα μάτια και να γράφει, γράφει, γράφει. Αλήθεια, μπόρεσε να καταγράψει όλα τα σημάδια μου; Το μόνο που είδα στο χαρτί είναι η λέξη “ξυλοδαρμός”. Είμαι τώρα σ’ ένα απομονωμένο κρεβάτι νοσοκομείου με όση αξιοπρέπεια μου έχει απομείνει. Ο κύριος που μου κάνει βαριεστημένα ερωτήσεις δεν μπορεί να με βοηθήσει, ούτε να με κάνει να νιώσω καλύτερα. «Λυπάμαι πολύ» λέει αργότερα, και φεύγει.

 

Τέσσερις μήνες μετά

 

Τα θυμάμαι ακόμα όλα σαν να ήταν σήμερα. Όταν τον κοιτάω, τα μάτια μου γεμίζουν οργή, θυμό κι ειρωνεία. Οι γύρω μου και πρώτος αυτός, νομίζουν ότι ξέχασα επειδή δε βλέπουν δάκρυα πια. Ξέρω πως θα το ξανά κάνει. Και περιμένω. Δεν πιστεύω κανέναν και τίποτα, ούτε τον εαυτό μου. Έχω σταματήσει να καρδιοχτυπάω πια, βλέπω τη ζωή σαν θεατής και δε σκοπεύω να ξοδέψω συναισθήματα για κανέναν. Άλλωστε, τι έμεινε σ’ αυτόν τον κόσμο για μένα;

 

Αν είσαι θύμα βίας, ζεις στην Κρήτη και χρειάζεσαι βοήθεια, μπορείς να βρεις βοήθεια εδώ. 

Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου