Γράφει η Χ. 

 

Μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται. Έτσι είχα ακούσει. Το είχα πιστέψει, δεν μπορώ να πω. Ήμουν σίγουρη ότι αν έφευγα μακριά σου θα ξεχνούσα. Θα σε ελευθέρωνα από τα αόρατα δεσμά και θα άνοιγα κι εγώ τα φτερά μου. Το πίστευα στ’ αλήθεια, μέχρι που κατάλαβα ότι δεν είχα ιδέα πόσο θα μου έλειπες.

Οι μέρες περνούσαν. Ο χρόνος, ποταμός που κυλούσε ορμητικά, μα η μορφή σου σταθερά κολλημένη, εκεί. Κρυμμένη σε μια μικρή γωνία του μυαλού, να μου υπενθυμίζει την ύπαρξή σου. Τρία χρόνια μετράω την απουσία σου και δεν υπάρχει σκέψη που να μην τη σφραγίσει δάκρυ και αναπάντητα ερωτήματα.

Μελόδραμα σίγουρα κι από τα μεγάλα μάλιστα. Αν μη τι άλλο, όμως, τάσσομαι κατά! Πιο πολύ με νοσταλγία μοιάζει. Ένας κύκλος που δε συνάντησε ποτέ την άκρη του απέναντι. Με ένα βεβιασμένο αντίο προσπάθησα να εμποδίσω τα συναισθήματά μου. Δεν ήξερα όμως πως όσο εγώ τα εμπόδιζα, τόσο εκείνα γίνονταν χείμαρρος έτοιμος να ξεχειλίσει. Λάθος μου, το αναγνωρίζω! Εσύ; Αναγνωρίζεις άραγε έστω κι ένα σου λάθος;

Λάθος λοιπόν, που έγινε απωθημένο. Σαν τα παλιά λεωφορεία που στέκονται ακίνητα στους παλιούς σταθμούς με μια αίγλη να αιωρείται γιατί κάποτε φιλοξένησαν τόσα σώματα κι ιστορίες. Κι Εσύ δεν ξέρεις τίποτα. Δε σε άφησα ποτέ να μάθεις. Σφράγισα την καρδιά μου και την έντυσα αδιάφορη για να σε ξεγελάσει. Το πέτυχα, μα απέτυχα συνάμα εκείνη την ώρα ακριβώς. Πλέον έχω έναν μόνιμο κόμπο που σφίγγει κάθε φορά που σε φαντάζομαι, έναν λυγμό έτοιμο να ξεσπάσει στη θύμησή σου. Εκείνο που πονάει περισσότερο όμως, ξέρεις ποιο είναι; Είναι το αναθεματισμένο «τι θα γινόταν αν…» που δεν πρόλαβα να ζήσω. Νόμιζα με προστάτευα από σένα, μα κανείς δεν ευτύχισε στη γυάλα του, παρά μόνο τα χρυσόψαρα.

Όσα σεντόνια κι αν προσπαθήσουν να με φιλοξενήσουν, να με βγάλουν από σένα, δε θα τα καταφέρουν. Θα σε βρουν απέναντί τους. Θα πάρουν τη μορφή σου. Μόνο έτσι θα βρουν ανταπόκριση. Κι αν το καταφέρουν θα είναι παροδικό. Ξέρεις, μάλλον κάτι δικό σου θα είδα πάνω τους και θέλησα να ξεκλέψω λίγη από τη χαμένη ευτυχία. Έτσι γίνεται πάντα, όσα δεν έζησες με τα χέρια που λαχταρούσες, μάταια τα ψάχνεις σε άλλες αγκαλιές. Μα ξέρεις τι μένει; Ένας κόμπος στο λαιμό και μετά το τίποτα. Όπως και να χει, εγώ πάντα θα σε περιμένω. «Μαζί θα καταλήξουμε, να το θυμάσαι.» είχες πει κι ακόμα να φανείς. Όχι τίποτ’ άλλο, μου ‘χεις τάξει μια Δρακόλιμνη, δεν το ξεχνώ!

Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου