Γράφει η A. Ν.

10 χρόνια. Για μένα μια ολόκληρη ζωή, για σένα μια καλή καβάτζα…

Μέσα μου μάλλον πάντα ήξερα τι συμβαίνει αλλά ποτέ μου ακόμη και τώρα δε θέλησα να το δω καθαρά. Μία ζωή ήμουν μαζί σου. Μεγάλωσα μαζί σου. Μεγάλωνα με εσένα. Πάντα στα κρυφά, πάντα να προσπαθώ να σε χορτάσω, να χορτάσω περισσότερο την παρουσία σου. Να αρκεστώ στα ελάχιστα που μου πρόσφερες, ενώ ήξερες πως ήμουν διατεθειμένη να σου δώσω εξαρχής τα πάντα. Συνήθιζα να συμβιβάζομαι με κάποια «που και που», κάτι «ίσως» και μπόλικα «θα δούμε» κι είχα βγάλει από το μυαλό μου το «συνέχεια» και το «πάντα» που τόσο λαχταρούσα, φοβούμενη μήπως σε τρομάξω και χάσω έστω κι απ΄αυτό το λίγο σου. Γιατί, το δικό σου «λίγο», ήταν το δικό μου «πολύ».

Είχα σκεφτεί τη ζωή μας. Μαζί τη σκεφτόμασταν. Με άφηνες να τη φαντάζομαι. Πίστευα βαθιά μέσα μου πως τελικά θα καταλήξουμε μαζί εμείς οι δύο. Στα φανερά, στο φως της ημέρας. Να μου κρατάς το χέρι κι εγώ δίπλα σου να καμαρώνω. Λυπάμαι που τελικά ποτέ δεν μπόρεσα να σε κάνω να πιστέψεις πόσο σε αγάπησα και πως δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς εσένα. Λυπάμαι που στα δέκα χρόνια που πάντα με άφηνες ξεχασμένη, δεν παρέμεινα η πιστή Πηνελόπη σου, αλλά προσπαθούσα μάταια να φτιάξω τη ζωή μου. Ήταν απλώς δοκιμές μήπως ξεφύγω από σένα -πάντα μάταιες. Αυτό ήταν το λάθος μου, λοιπόν. Πως δεν μπορούσες να με εμπιστευτείς; Εσύ, που με άφησες πόσες φορές και με γυρνούσες πίσω άλλες τόσες, επειδή ήμουν τόσο δεδομένη, που δεν ήθελες ν’ αφήσεις το στανταράκι σου;

Αρνούμαι πεισματικά να πιστέψω αυτό που όλοι μου λένε: Πως δε μ’ αγάπησες ποτέ. Πως δεν ένιωσες τίποτα για μένα ποτέ. Μα δε γίνεται μωρό μου. Αρνούμαι πεισματικά να το δεχτώ. Δε γυρνάς σε έναν άνθρωπο μόνο για το κρεβάτι. Δε γίνεται μετά από όλα αυτά τα χρόνια να γυρνάς μόνο γι΄αυτό.

Με ξέρεις τόσο καλά. Εγώ σε άφησα να με μάθεις. Σου είπα τα πάντα για τη ζωή μου. Τα μυστικά μου και τα φανερά μου. Να μη μείνει μέσα μου καμιά πιθαμή κρυφή από σένα. Εσύ, όμως, κρατούσες μυστικά εύκολα. Και τώρα; Τώρα σε βλέπω με άλλη, για μία φορά ακόμα. Σε βλέπω ευτυχισμένο κι είναι σαν να μου τρυπάς το πιο ευαίσθητο σημείο στο μυαλό μου. Τόσο ξαφνικά. Ζεις μαζί της όλα αυτά που εγώ σου ζητούσα, που εγώ σχεδίαζα για εμάς. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Δεν μπορώ να το αντέξω. Δε θέλω να το δεχτώ κι ούτε να πάω παρακάτω.

Σκέφτομαι ξανά και ξανά πόσα θα ήθελα να σου πω αν μπορούσα να σε είχα μία ακόμα φορά στην αγκαλιά μου. Από την άλλη, όμως, σκέφτομαι πόσα «άντε γαμήσου» σου χρωστάω, που με έκανες να πιστέψω σε κάτι που δεν υπήρξε. Σε κάτι που τελικά δεν ήσουν. Για όλες τις φορές που εσύ με έριξες και δεν ήσουν ποτέ διαθέσιμος να με σηκώσεις. Για τις αγκαλιές και τα φιλιά που τα έκανες να μοιάζουν με κάτι παραπάνω από αυτό που πραγματικά ήταν. Για όλα τα ψέματά σου. Μα κυρίως για το ένα και μοναδικό: «αν δε σε αγαπούσα, δε θα ήμουν εδώ τώρα» που μου είχες πει κάποτε. Δεν είχες ποτέ το θάρρος να ξεκαθαρίσεις τη θέση σου, ούτε καν για το τέλος μας. Έριξες το φταίξιμο σε εμένα, με έβγαλες ένοχη και η ζωή συνεχίζεται. Άραγε πώς; Χωρίς εσένα. Βλέποντάς σε να πραγματοποιείς όλα τα όνειρα που είχα κάνει για εμάς, μαζί της.

«Και τώρα τι;», ρωτάω συνέχεια τον εαυτό μου. Εγώ να προσπαθώ να κρατηθώ στα πόδια μου κι εσύ ευτυχισμένος με μια που μέχρι χθες κορόιδευες, κάνοντας όλα αυτά και παραπάνω από αυτά που κάποτε κατέκρινες. Βρήκες μια ίδια με εσένα. Αυτό ήθελες; Όχι αγάπη μου. Απλώς φοβήθηκες τη μοναξιά σου τελικά. Γιατί ως εκεί μπορείς να φτάσεις, μωρό μου. Ήμουν πολύ για εσένα τελικά κι ας μην το πίστεψα ποτέ μου, ούτε καν τώρα.

Να είσαι καλά, λοιπόν. Ελπίζω όταν γυρίσεις για ακόμα μία φορά πίσω, να μπορέσω να πω επιτέλους το μεγάλο μου «όχι». Ελπίζω την αγάπη που σου έδωσα, η ρόδα της ζωής να μου τη φέρει πίσω. Κι ας μην μπορώ να φανταστώ πώς θα ‘μαι ευτυχισμένη στα χέρια κάποιου άλλου.

Να είσαι καλά, μωρό μου! Κι αν εσύ πέφτεις για ύπνο το βράδυ και μονολογώντας λες πως ήσουν σωστός, ρίξε όλο το φταίξιμο σε μένα. Βλέπεις εγώ έχω τα αρχίδια να σηκώσω στις πλάτες μου τα λάθη και των δυο μας.

Στην υγειά σου μωρό μου και η ώρα η καλή στη νέα σου ζωή. Ζηλεύω, πονάω, μα πρέπει να σε βγάλω από το θρόνο που σε είχα βάλει. Μόνη μου σε είχα βάλει ψηλά, γιατί εκεί πίστευα πως ανήκεις. Μα εσύ δεν είχες ούτε το θάρρος να με κοιτάξεις στα μάτια και να μου πεις έστω το αντίο. Τόσο δειλός ήσουν τελικά.

Έφυγες μα ακόμη ζω με την ελπίδα.

A. Ν.

 

Επιμέλεια κειμένου: Μάιρα Τσιρίγκα