Γράφει η Ζέτα Ασημάκη.

Το ραντεβού ήταν κλεισμένο για τη Μαβίλη, η ώρα τέσσερις παρά.

Αργοπορημένοι δέκα χρόνια πιάσαμε θέση στο σιντριβάνι. Μια Κaiser, μια Fix, ένα παγκάκι και δυο τρεις περίεργοι να παίρνουν μάτι.

Τα χέρια δεν άργησαν να περιπλανηθούν. Στα μαλλιά, στα μάγουλα, στα μπούτια ένα σπρώξιμο τυχαίο.

Αμηχανία, μάτια στο υπερπέραν, πόδια μόνο διπλωμένα.

Πόσα χρόνια να χωρέσουν στην κουβέντα; Τι να πρωτομοιραστείς; Πόσα νέα να προλάβει η λαχτάρα; Ποιος θα πάψει να μιλάει πρώτος;

Δέκα χρόνια είναι πολλά, απελπιστικά πολλά. Μπερδεύεται η ανάμνηση με τη φαντασίωση. Η προσδοκία με την πραγματικότητα. Ένας μύλος αδιάκοπος, που για ντουζίνες έτριψε απογοήτευση, ερωτηματικά και νοιάξιμο. Γιατί όπως και να το κάνουμε, οι άνθρωποι δεν ξεαγαπιούνται κι ας ξεχνιούνται.

Δυο τριαντάρηδες, άλλοτε εικοσάρηδες, να προσπαθούν να θυμηθούν αν άλλαξαν οι μυρωδιές. Δυο βλέμματα που αν και βάρυναν, παραμένουν οικεία, βαθιά γνώριμα. Δυο άνθρωποι που αργά ή γρήγορα θα καταλήξουν να θυμούνται και να γελάνε με τα χάλια τους. Αυτά που τότε τους πλήγωσαν και τους απομάκρυναν, αλλά που τώρα ο απόηχός τους, είναι ικανός να φέρει μόνο συγκίνηση, χαμόγελο κι ευχαρίστηση.

«Δεν έχεις ιδέα πόσο σε ερωτεύτηκα» και κάθεται η γουλιά στο λαιμό.

«Και τότε γιατί έφυγες;» γλιστράνε οι σταγόνες στον ουρανίσκο.

«Γιατί με έδιωξες!» κι η σκρόφα η αυτοκριτική δεν την έκανε τη δουλειά της.

Δεν κατευνάζονται τα μεγάλα πάθη, θα σου πουν οι ποιητές και στα είκοσι η ζωή επιβάλλει μόνο πάθη μεγάλα. Τυχερές κι ευλογημένες οι πρώτες οι αγάπες. Άμαθοι, θρασείς και ειλικρινείς, τα φτιασίδια δεν τα μάθαμε ακόμα. Χωρισμοί επεισοδιακοί, απειλές, ασθενοφόρα, τετράδια σκισμένα και θα μπλέξω με άλλον να σου μπω στο μάτι.

Θα με δεις να καβαλάω μια μηχανή, να χαμογελάω στο πλάι του, να στρέφω το βλέμμα σαν να μη σε είδα.

Θα σε δω να αλλάζεις πεζοδρόμιο, να μουτζώνεις στην πλευρά μου, να προσπερνάς και να με φτύνεις.

Και κάπου μες στο ντελίριουμ της δραματικότητάς μας, όταν το ρημάδι μας πήξει, η ζωή κάπως θα τα φέρει και θα τύχει να μοιραστούμε μια Κaiser και μια Fix.

Στις πέντε οι ταξιτζήδες κατέβασαν τις σημαίες και τα χέρια αγκάλιασαν μπράτσα και λαιμούς. Σφολιάτα και ζυμάρι ξυπνάει η γειτονιά, το παγκάκι της Μαβίλη φωτιζόταν επικίνδυνα.

Θα θυμηθείς πόσο τη βρίσκαμε στο κρεβάτι, θα θυμηθώ ότι με κανέναν από τους επόμενους δεν είχα τη ζούρλα μας. Θα σε παρηγορήσω για την πρώην, θα με κανακέψεις για τον πρώην. Θα μου πεις να μη φοβάμαι, θα σου πω να μην πίνεις, να μην τρέμεις τη μοναξιά, να μην ξοδεύεσαι. Και καθώς έξω οι άνθρωποι θα βάζουν τα κλειδιά στις μίζες, θα σε αγκαλιάζω άτσαλα και η μέρα που θα ξημερώνει θα μυρίζει κάτι από εφηβεία.

Θα βλέπεις τη γυναίκα, θα ερωτεύεσαι ακόμη το κορίτσι. Θα είσαι άντρας και θα ψάχνω κάπου πίσω από τις νέες μπάσες συχνότητες, το παιδί. Θα αναρωτιέμαι πώς θα ήταν «κι αν…» κι ας ξέρω ότι απάντηση δεν υπάρχει.

Η σιωπή κάποιες στιγμές θα κάνει ωραιότατα τη δουλειά της και στον απέναντι δρόμο προβάλλονται καρέ της σχέσης μας. Στις εικόνες σου θα βάζω λίγο απ’ τις δικές μου και οι σκόρπιες φλασιές θα αρχίσουν να αποκτούν ξανά ροή και χαρακτήρα. Κι ενώ νόμιζα ότι είχα ξεχάσει, σε τέσσερις μόλις ώρες, έφερες όλους μας τους μήνες ξανά μπροστά μου πεντακάθαρα.

Θα σ’ ευχαριστήσω για όσα άθελά σου με δίδαξες, θα χαρώ που ήσουν ο πρώτος, που ποτέ δεν έμπλεξα με κάποιον αλήτη κι ας ήθελα για χρόνια να πιστεύω ότι ήσουν ένας.

Θα μου χαϊδεύεις την παλάμη και η αίσθηση του δέρματός σου θα μου θυμίζει κάτι από οικογένεια.

Δέκα χρόνια μετά όλα έχουν αλλάξει και εμείς πρώτοι από όλους. Υπάρχει όμως κάπου καλά κρυμμένη μια γνώση, μια οικειότητα, που δεν παραγράφεται και που δεν έχει ανάγκη κανένα κρεβάτι για να κάνει αισθητή την παρουσία της.

Έτσι κι αλλιώς στο μυαλό μας υπάρχουν όλα και στο παγκάκι μια Κaiser και μια Fix.

Στον Ζ.