Γράφει η Λένα.

Η ιστορία μας μικρή, κάπως φτωχή και βαρετή, μα για εμάς που τη ζήσαμε κυρίως επίπονη.
Εσύ κύριος, μεγαλωμένος στα σαλόνια, με γαλλικά και πιάνο, όπως θα έλεγαν μερικοί, με όλες τις ανέσεις. Εγώ κοριτσάκι, με ένα εικοσάρικο τσαλακωμένο στην τσέπη μόνιμα μέχρι να βγάλω τη σχολή, νευρική κι άμαθη.

Σε πέτυχα σε ένα περίπτερο που είχες πάει να πάρεις νερό, εγώ για τσιγάρα, η διαφορά ήταν ξεκάθαρη εξαρχής, εσύ φορούσες πουκάμισο κι εγώ μια σαλοπέτα με ξεφτισμένα dr. Marten’ s. Εγώ είχα τατουάζ κι εσύ το μαλλί αυστηρά χτενισμένο πίσω, άλλη εποχή τότε.

Σε κορόιδεψα για το μαλλί σου και με τάπωσες -καλά έκανες μου άξιζε. Μετά από αυτό όμως μου ζήτησες το τηλέφωνό μου. Και μετά από αυτό πέρασες άπειρα βραδιά πάνω από το τηλέφωνο για να μου μιλάς κι άλλα τόσα πάνω από το κορμί μου να χαϊδεύεις τα τατουάζ που και καλά δε σου άρεσαν.

 

 

Άλλοι κόσμοι, άλλη φάση, άλλα μυαλά. Μα μου άρεσε η φάση σου, τη λάτρευα. Μου άρεσαν τα κολλαριστά πουκάμισα και τα γυαλάκια σου, μου άρεσαν τα κρύα αστεία σου κι όλα όσα καμία φορά σου έλεγα πως είναι ντεμοντέ. Μα κι εσένα σου άρεσα, σου άρεσαν τα μάτια μου και το ξέρω, όπως σου άρεσε να παίζεις με τα μαλλιά σου. Λατρεύεις τη φωνή μου και το σημάδι στον αστράγαλό μου και θα πήγαινα στοίχημα πως ακόμα και σήμερα με κλειστά μάτια θα έβρισκες στο σώμα μου το αγαπημένο σου τατουάζ -θα μπορούσες να χαράξεις το περίγραμμά του με ακρίβεια.

Κι όλα αυτά, όλη αυτή η ιστορία, όλη αυτή η δεκτικότητα που είχαμε ο ένας για τον άλλον, η συνεννόηση, η αγάπη, τα αφήσαμε να ξεχαστούν για μερικές παρέες, και δύο ζευγάρια αυστηρούς γονείς. Ήμασταν μικροί, το ξέρω, δεν ξέραμε καλύτερα. Δεν μπορούσαμε να πάμε μια βόλτα με παρέα χωρίς να σκοτωθούν οι φίλοι μας, οι γονείς σου δεν ήθελαν ούτε να με βλέπουν κι οι δικοί μου ούτε να ακούν για σένα.

Κι εμείς έτσι απλά παραιτηθήκαμε, έτσι απλά κάναμε πίσω, χωρίς να πούμε κουβέντα. Απομακρυνθήκαμε μέρα με τη μέρα και μετά απλά είπαμε ένα αδύναμο αντίο και χαιρετήσαμε ο ένας τον άλλον με όση ψυχή μας είχε απομείνει.

Σου έγραφα ποιήματα ξέρεις. Για να σβήσω όσα ένιωθα, να τα μαλακώσω, να μη με πονάνε τόσο πολύ και να μη με στεναχωρούν. Ξέρω πως κι εσύ κάπως έτσι θα ένιωθες, πιεσμένος, στεναχωρημένος, ίσως και καταβεβλημένος. Θυμάμαι που μου έλεγες ότι μόνο μαζί μου είσαι ο εαυτός σου. Ξέρεις, μπορεί να μη στο είπα τότε, αλλά κι εγώ μόνο μαζί σου ήμουν ο εαυτός μου και μόνο μαζί σου ένιωθα τόση ευτυχία, απλώς ήμουν πολύ εγωίστρια για να το παραδεχτώ.

Να ξέρεις πως σε σκέφτομαι όμως, πως μου λείπεις, πως δεν έχω ξεχάσει τον νεανικό έρωτά μας και ακόμη ελπίζω να μην είχαμε κάνει πίσω. Ελπίζω να είσαι ευτυχισμένος όπου κι αν βρίσκεσαι και να με θυμάσαι, όχι γιατί μου αξίζει έτσι που τα έκανα, αλλά επειδή σε σκέφτομαι κι εγώ. Ελπίζω να έχεις κάνει οικογένεια όπως ήθελες κι αυτή τη φορά η οικογένειά σου να είναι ευτυχισμένη με την επιλογή σου, ελπίζω να μην είσαι στη θέση μου και να μη γράφεις για έναν έρωτα 20 χρόνων πριν, ελπίζω σε πολλά, μα πάνω απ’ όλα στο να είσαι χαρούμενος.

 

 

Στον Μάρκο με τα όμορφα πουκάμισα.

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Επιμέλεια κειμένου: Ζηνοβία Τσαρτσίδου