25 Μαΐου 1979, Manhattan, Νέα Υόρκη. Ο 6χρονος Etan Patz εξαφανίζεται μυστηριωδώς στον δρόμο για το σχολείο. Η έρευνα της αστυνομίας και ιδιωτικών ερευνητών απέβη άκαρπη αλλά μέσα από αυτή τη διαδικασία αναδύθηκε ένα κοινωνικό πρόβλημα, των παιδιών που αγνοούνται. Φωτογραφίες για την αναζήτησή του υπήρχαν παντού, ακόμα και στα κουτιά γάλακτος αλλά τελικά η υπόθεση μπήκε στο αρχείο για να ξαναβγεί και να εκδικαστεί 30 χρόνια μετά, όταν ομολόγησε ο Pedro Hernadez ότι τον άρπαξε χωρίς τη θέλησή του και έδωσε τέλος στη ζωή του, ενώ ο Hernadez καταδικάστηκε σε ισόβια το 2017. Η υπόθεση του μικρού Etan συντάραξε την αμερικανική κοινωνία και το 1983 ο Πρόεδρος Reagan ανακήρυξε την 25η Μαΐου ως Ημέρα Ευαισθητοποίησης για τα Εξαφανισμένα Παιδιά και περίπου 20 χρόνια μετά καθιερώθηκε σε διεθνές επίπεδο ως «International Missing Childrens’ Day».

Σύμφωνα με το I.C.M.E.C. (Διεθνές κέντρο παιδιών αγνοούμενων ή που έχουν υποστεί εκμετάλλευση), εξαφανισμένο παιδί θεωρείται αυτό που είναι κάτω των 18 ετών και έχει πέσει θύμα αρπαγής, έχει εγκαταλειφθεί, έχει αποχωριστεί τους γονείς του ή έχει φύγει από το σπίτι και κινδυνεύει. Στις Η.Π.Α. σχεδόν 1 εκατομμύριο παιδιά εξαφανίζονται ενώ στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια οι περισσότερες εξαφανίσεις παιδιών αφορούν παιδιά προσφύγων και μεταναστών. Το I.C.M.E.C. συνεργάζεται εδώ και πολλά χρόνια με την Interpol, τη Διάσκεψη της Χάγης, τα Ηνωμένα Έθνη και τον αμερικανικό OAS, ενώ συγκεντρώνει πληροφορίες για τις εξαφανίσεις παιδιών παγκοσμίως και διοργανώνει σχετικές δράσεις. Οι περισσότερες κινητοποιήσεις του I.C.M.E.C. την τελευταία 15ετία κινούνται γύρω από παιδιά που αρπάζουν με σκοπό να τα εκμεταλλευτούν ερωτικά.

Το I.C.M.E.C. και τα τοπικά κέντρα που ασχολούνται με τις εξαφανίσεις παιδιών, όπως είναι στην Ελλάδα το «Χαμόγελο του Παιδιού», έχουν ενώσει τις δυνάμεις τους στο Παγκόσμιο Δίκτυο Αγνοούμενων Παιδιών, γνωστό ως Global Missing Children’s Network (GMCN). Μέσω του Δικτύου αυτού τα κράτη και οι τοπικές υπηρεσίες διακινούν πληροφορίες για αναζήτηση παιδιών και συνεργάζονται στις έρευνες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αρπαγή της μικρής Madeleine McCann στην Πορτογαλία το 2007. Αν και το παιδί δε βρέθηκε ποτέ, το Δίκτυο ενεργοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό που σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα υπήρχε αφίσα με πληροφορίες και γίνονταν εκτενή ρεπορτάζ και αναφορές στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Η Ελλάδα έχει τα υψηλότερα ποσοστά εύρεσης εξαφανισμένων παιδιών -περίπου 85%- αλλά όσο το ποσοστό δεν αγγίζει το 100% το ζήτημα δεν έχει λυθεί. Δυστυχώς τα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας και του GMCN μιλάνε έντονα για εμπόριο, την πιο επικερδή επιχείρηση στο οργανωμένο έγκλημα. Μιλάμε για κέρδη που ξεπερνάνε ετησίως τα 10 δις δολάρια και για 2 εκατομμύρια παιδιά ετησίως που πέφτουν θύματα. Από αυτά μόλις το 3% σώζεται. Το «Χαμόγελο του Παιδιού» στην Ελλάδα έχει οργανώσει ένα σύστημα ερευνών και έχει βγάλει και λίστα οδηγιών για γονείς και κηδεμόνες, προκειμένου να συλλέξει σε κάθε περίπτωση όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για το «Amber Alert». Επίσης η κλήση στην Ευρωπαϊκή Γραμμή για τα εξαφανισμένα παιδιά στο 116000 πλέον επιβάλλεται και έχει βοηθήσει σε πολλές περιπτώσεις.

Αν και οι αριθμοί στις Η.Π.Α. παραμένουν υψηλοί, στην Ευρώπη αυξήθηκαν δραματικά με τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα της τελευταίας πενταετίας και αφορούν κυρίως ασυνόδευτα ανήλικα παιδιά. Η εξαφάνιση οφείλεται κυρίως στη γραφειοκρατία, στην έλλειψη οργάνωσης στις δομές φιλοξενίας και στην ανάγκη αυτών των παιδιών να ακολουθήσουν άτομα που γνωρίζουν ελάχιστα προκειμένου να επανενωθούν με την οικογένειά τους ή να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή. Πλέον από αυτά τα παιδιά ελάχιστα εντοπίζονται ζωντανά και αυτά έπειτα από μακροχρόνια έρευνα.

Όπως και να έχουν τα νούμερα, οι εξαφανίσεις παιδιών είναι πληγή για κάθε κοινωνία. Τόσο οι φορείς που ασχολούνται με το θέμα όσο και οι δημόσιες υπηρεσίες δηλώνουν πως είναι επιτακτική ανάγκη η λήψη μέτρων. Ίσως θα ήταν πιο απλό να ακολουθήσουν οι γονείς την οδηγία που έχει δώσει το «Χαμόγελο του παιδιού»: «Πες στο παιδί σου ότι το αγαπάς, δείξε του την αγάπη σου. Δεν είναι δεδομένο ότι το ξέρει».

 

Συντάκτης: Κέλλυ Ιακωβίδου
Επιμέλεια κειμένου: Βασιλική Γ.