polinari821

«Στο τέλος, όλοι φεύγουν». Δε θυμάμαι πότε ή από ποιον το άκουσα, αλλά τελευταία έχει καρφωθεί στο μυαλό μου. Πιστεύω πως αυτό συμβαίνει όταν έχει έρθει η ώρα να φύγεις, να βάλεις ένα τέλος. Θα ανοίξω την πόρτα για μία ακόμη φορά, με τη μόνη διαφορά ότι δε θα με ξαναδείς ποτέ, αφού την κλείσω. Δε θέλω εγώ να σε ξαναδώ, να σε ακούσω, να σου μιλήσω. Όχι, δεν είμαι θυμωμένος, όχι μαζί σου τουλάχιστον. Το μόνο που νιώθω για σένα είναι ένα κενό, εκεί που κάποτε είχες μια εξέχουσα θέση, υπάρχουν μόνο στάχτες.

Απορώ με τον εαυτό μου. Γιατί δε φωνάζω; Γιατί δεν είμαι έξαλλος, μετά από όλα αυτά που πέρασα; Μόλις, σκεφτώ την απάντηση, ηρεμώ. Αν πρέπει να κατηγορήσω κάποιον, αυτός είμαι εγώ. Ο μοναδικός υπεύθυνος στη ζωή μου είναι ο εαυτός μου. Και πώς να ξεσπάσω στον εαυτό μου, τι να πω, τι να κάνω; Όσες φορές και να το βαρέσεις αυτό το ρημάδι, δε θα βάλει μυαλό. Για αυτό το λόγο ήρθα σήμερα εδώ, να διορθώσω ένα-ένα όλα τα λάθη που έχω κάνει μαζί σου. Με συγχωρείς, να τα διαγράψω ήθελα να πω.

Κουράστηκα. Άργησες, αλλά τα κατάφερες να με εξαντλήσεις. Στην αρχή, σου έκανε εντύπωση η χαρούμενη διάθεσή μου, χαμογελαστός κι ευτυχισμένος ήμουν προτού σε γνωρίσω. Τώρα, δεν έχω όρεξη ούτε το βλέμμα να σηκώσω. Νιώθω ένα ράκος σωματικά, πνευματικά, η ψυχολογία μου είναι σε άθλια κατάσταση. Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Νομίζω, πως το διασκεδάζεις, που στέκομαι απέναντί σου πιο πληγωμένος από ποτέ. Από μέσα σου γελάς μαζί μου, κοροϊδεύεις τον ηλίθιο που την πάτησε.

Δεν έχεις κι άδικο. Ένας ηλίθιος είμαι, ο οποίος περνιόταν για έξυπνος. Ένιωθα ασφαλής, είχα οχυρωθεί χρόνια πριν πίσω από άμυνες. «Αναίσθητο» με φώναζαν όλοι, επειδή ποτέ δεν έδειξα καμία αδυναμία, καμία ανασφάλεια. Εκεί πάνω ήρθες και πάτησες, στη σιγουριά μου. Θα έβαζα το χέρι μου στη φωτιά για τις επιλογές μου, για σένα, μέχρι που κάηκα. Μάλλον, ήμουν περισσότερο «καλό παιδί» από όσο έπρεπε. Έτσι με φώναζες και δεν ξέρω αν πρέπει να βάλω τα γέλια ή τα κλάματα. Βέβαια, το κλάμα ήταν πάντα το δικό σου δυνατό χαρτί.

Θυμάσαι τη συμφωνία μας; Ήταν ένα φθινοπωρινό βράδυ, όπως σήμερα. Είχες αρρωστήσει κι έμεινα δυο νύχτες να σε φροντίζω, να μη μου πάθεις τίποτα. Θυμάσαι; Θα σου χάριζα την ευτυχία με αντάλλαγμα το σεβασμό σου. Την ξέχασες γρήγορα. Με ψέματα, κλάματα κι υστερίες με ξεπλήρωσες κι εγώ εκεί, βράχος δίπλα σου. Δεν ξέρεις πόσο δύσκολο είναι, ακόμη κι αυτή τη στιγμή, να παραδεχτώ ότι σε αγάπησα, πόσο οδυνηρό είναι για μένα να το λέω. Με πληγώνει που σου αφιερώνω μια τόσο ιερή λέξη. Μακάρι να μπορούσα να τα πάρω όλα πίσω.

Δε μετανιώνω για όσα έδωσα, πονάω για όσα πήρες. Όσα αβίαστα πέταξες στα σκουπίδια, εύχομαι να μη στα έδινα ποτέ. Ντρέπομαι που πίστεψα τα λόγια σου αντί για τις πράξεις σου. Βλέπεις, ήθελα απελπισμένα να σε δικαιολογώ, δε χωρούσε το μυαλό μου ότι θα με πρόδιδες. Τόσα ξενύχτια με ποτά και τσιγάρα για να καταφέρω να βρω μία απάντηση. Αν δε γούσταρες, γιατί δεν έφευγες; Γιατί έπρεπε να με δουλεύεις καθημερινά; Σήμερα, θα πιω τελευταία φορά για σένα, τη βρήκα την απάντηση.

Ένιωθες όπως ακριβώς νιώθω εγώ τώρα, ελεύθερη. Τώρα, είσαι ελεύθερη κι από μένα. Δε θέλω να με θυμάσαι, δε θέλω να ξαναπιάσεις το όνομά μου στο στόμα σου. Μη χαιρετήσεις, μην πεις κουβέντα. Κάτσε εκεί και σκέψου αν θα έκανε κάποιος άλλος όσα έκανα εγώ για σένα.

Μόλις τελειώσεις, ξέχασέ με μια για πάντα.

Συντάκτης: Θάνος Αραμπατζής
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!