Τι κι αν λένε πως τα δώρα αποτελούν μια γλυκιά κίνηση απέναντι σ’ έναν άνθρωπο που εκτιμάς κι έχεις διαφορετικά, τρυφερά στο μυαλό σου. Δεν μπορούν πάντα να εκτιμηθούν το ίδιο κι από την αντίθετη πλευρά με όση αγάπη κι αν τα έχεις ποτίσει.

Θυμάμαι πώς ήταν εκείνο το πρώτο δώρο που σου έφερα. Ένα απλό και λυτό. Συμβολικό θα έλεγα, για να σου δείξω το πόσο σε νοιάζομαι και πόση σημασία έχει όλο αυτό που ζούμε μαζί. Για να καταλάβεις πόσο ψηλά σε είχα τοποθετήσει και πόσο σ’ είχα βάλει μέσα στη ζωή μου.

Ήταν το πρώτο δώρο και για μένα είχε μεγάλη σημασία. Πίστευα πως θα ήταν η αρχή μας αυτή. Πως κάπου εκεί θα ξεκινούσαμε παρέα να ζήσουμε αυτό που είχα στο κεφάλι μου. Αυτά που σχεδίαζα, αυτά που ονειρευόμουν μαζί σου.

Μου έδωσες την ελπίδα να μπορώ να σκέφτομαι τον εαυτό μου δίπλα σ’ εσένα και να χαμογελάω. Να φαντάζομαι τα ταξίδια μας και τον έρωτά μας κι απλά να μη με νοιάζει τίποτα. Και ξέρεις γιατί; Γιατί είχα πολύ καιρό να νιώσω ξανά αυτές τις πεταλούδες στο στομάχι μου. Κι έρχεσαι απ’ το πουθενά, με αυτό το φόρεμα που φορούσες να μου ανοίξεις τα μάτια.

Και ξέρεις ποια ήταν η πρώτη μου σκέψη; «Γιατί να είναι αυτή»; Κι όμως, εσύ μου έκανες το κλικ μετά από τόσο καιρό. Εσύ εμφανίστηκες ξαφνικά και μ’ έκανες να σ’ ερωτευτώ. Δε γίνεται να ξεχάσω το κράξιμο που μου έκανες την πρώτη φορά που σε γνώρισα. Αλλά ακόμη κι αυτό το ερωτεύτηκα.

Το καθετί που έβλεπα πάνω σου, το ερωτευόμουν κάθε φορά που σ’ έβλεπα. Κι ακόμη περισσότερο το χαμόγελό σου. Γιατί ήταν εκείνο που μ’ έκανε να βλέπω διαφορετικά πολλά πράγματα. Αλλά ταυτόχρονα ήταν εκείνο που με μπέρδευε ακόμη περισσότερο κι έκανε το στομάχι μου κόμπο.

Θυμάμαι πως ήσουν μπερδεμένη με διάφορα πράγματα. Κι ακόμη περισσότερο με ανησυχούσε που ήσουν μπερδεμένη με το παρελθόν σου. Με το παρελθόν το οποίο ξεπρόβαλε συνεχώς μπροστά μας κι έμπαινε εμπόδιο σε κάθε μου σχέδιο, σε κάθε μου σκέψη, σε κάθε μου κίνηση.

Αλλά για να πω και την αλήθεια μου, ήταν το κίνητρό μου για να σε διεκδικώ με κάθε δυνατό τρόπο. Να ξεσηκώσω κάθε στρατηγική και κάθε μέσο για να μπορέσω να σε κερδίσω. Γιατί γνώρισα πως κάπου είχα το πάνω χέρι. Ήξερα εξαρχής πως η «απόσταση» με το παρελθόν σου, δε θα σ’ άφηνε να γυρίσεις σ’ αυτό. Κι έτσι θεώρησα πως θα καταφέρω να σ’ έχω πιο εύκολα. Έτσι μου είχες δώσει να καταλάβω.

Μάλλον, όμως, έκανε το τοπίο πιο θολό. Κι όσο κι αν προσπαθούσα να το αποβάλλω από μέσα μου, συνεχώς έμπαινε εμπόδιο σε κάθε μου προσπάθεια. Ακόμη και σ’ εκείνο το πρώτο μου δώρο. Εκείνο που πίστευα πως θα σε κάνει να πιστέψεις πόσο πολύ σε θέλω, πόσο επιθυμώ να σε κρατήσω δίπλα μου.

Μου είπες πως θα πας να τον βρεις και να του μιλήσεις. Θα πας να ξεκαθαρίσεις καθετί που σε βαραίνει και σε κρατάει πίσω. Κι απλά σου είπα «πήγαινε»! Θυμάσαι; Γιατί ήξερα μέσα μου πως θα μπορώ σ’ έχω δική μου. Πίστευα πως μετά απ’ αυτό το ταξίδι, θα γυρίσεις και πάλι σε ‘μένα.

Αλλά ξέρεις κάτι; Ποτέ δεν πίστεψα πως πριν από εκείνο το ταξίδι απλά θα επιλέξεις να σταματήσεις αυτό που υπήρχε μεταξύ μας. Ναι, δεν ξέρω πλέον πώς αλλιώς μπορώ να χαρακτηρίσω την κατάσταση που υπήρχε μεταξύ μας. Ήταν έρωτας, ήταν καβάτζα, ήταν το απόλυτο τίποτα;

Και ποτέ δεν μπόρεσα να πιστέψω ότι εκείνο το πρώτο δώρο μου θα είναι και το τελευταίο. Πως δε θα είχα την ευκαιρία να σου χαρίσω κι άλλα πράγματα πέρα από ένα απλό μπουκέτο λουλούδια.

Φτάνω, όμως, ν’ αναρωτηθώ κάπου το εξής: το ζούσαμε μαζί ή το ζούσα μόνος μου; Μήπως είχες μπει με το «έτσι θέλω» κι απλά έκανες τον κομπάρσο; Γιατί από κομπάρσους δεν έχω ανάγκη στη ζωή μου, θέλω μόνο πραγματικούς πρωταγωνιστές. Που ξέρουν πολύ καλά το έργο και γνωρίζουν την ποιότητα του «ρόλου» τους.

Κι αντίστοιχα γνωρίζουν πως αν δεν κάνουν τη δουλειά τους σωστά, τότε θα υπάρχει εκείνος ο αντικαταστάτης στη γωνία, που θα περιμένει να πάρει τη θέση τους. Κι ο παραγωγός δε θα διστάσει να τη δώσει ελαφρά την καρδία.

Μήπως αργήσαμε κάπου, μάτια μου, και χάσαμε το story της δικής μας ταινίας;

 

Επιμέλεια Κειμένου Κωνσταντίνου Δρόσου: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Κωνσταντίνος Δρόσος