Οι κούτες σκορπισμένες κι όλες με γραμμένο πάνω τους το περιεχόμενο.
Το σπίτι γεμάτο με πράγματά μου για τελευταία φορά.

«Τα έχετε όλα έτοιμα κυρία;» η φωνή του μεταφορέα δίνει το έναυσμα κι εγώ μένω να κοιτάω το χώρο να αδειάζει σιγά σιγά.

«Είναι δυο κούτες που γράφουν «αναμνηστικά τέλους» κυρία, που τις θέλετε στο καινούριο σπίτι;»

«Στο βοηθητικό δωμάτιο σας παρακαλώ», του λέω και σκέφτομαι πόσο βαθιά ψυχαναγκαστική μπορεί να είμαι για να μην πετάω τίποτα.

Τελειώνουν οι σχέσεις, μένουν τα πράγματα. Άλλα δώρα, άλλα ξεχασμένα, πάντως κάτι μένει για να θυμίζει πως υπήρξαν κι αυτοί.

Άλλωστε ο καθένας όπως μπορεί μένει στην «ιστορία». Άλλος με αναμνηστικά κι άλλος με ουσία.

Άλλωστε υπάρχουν μόνο δυο έρωτες στην ζωή μας που δεν χρειάζονται κανένα αντικείμενο, κανένα απτό στοιχείο για να μην ξεχαστούν.

Ο πρώτος κι ο αληθινός. Δεν μπορούν ποτέ να είναι οι ίδιοι.

Δεν είναι ανεκπλήρωτοι, δεν είναι δυστυχισμένοι και δεν αφήνουν πίσω τους θλίψη.

Ο πρώτος κουβαλάει το καθαρό μητρώο, την αθωότητα, τον αυθορμητισμό.

Ο αληθινός κουβαλάει την ουσία, δεν έχεις άγνοια κινδύνου, πέφτεις πάνω του χωρίς κανένα προστατευτικό δίχτυ.

Είναι αυτά τα δυο είδη που δεν κράτησες κανένα αναμνηστικό. Ούτε ρούχο, ούτε δώρο, ούτε τίποτα. Δεν έβαλες τίποτα δικό τους μέσα στο κουτί των «τελειωμένων σχέσεων».

Είναι αυτά τα δύο είδη που δεν μπαίνουν σε λέξεις.
Ξεκινάς να γράψεις γι’ αυτά κι οι λέξεις δεν σου βγαίνουν, είναι λίγες.
Ξεκινάς να μιλήσεις γι’ αυτά και δεν έχεις τίποτα να πεις.

Είναι τόσο καταλυτικοί, τόσο απόλυτοι, τόσο ολοκληρωτικοί που σε αφήνουν μέσα σε μια σιωπή, όχι αμήχανη αλλά οικεία. Την αποζητάς αυτή την σιωπή σαν να φοβάσαι πως αν αρχίζεις να εκστομίζεις λέξεις θα αφήσεις ακάλυπτη την ψυχή σου.

Σπας την σιωπή αρχίζοντας να φλυαρείς για τους «άλλους».

Εκείνους τους εύκολους, τους εύπεπτους που τον πρώτο μήνα είχαν τραγούδι και τον τρίτο μήνα είχαν κιόλας αγαπημένη ταινία.

Εκείνους που στολίστηκαν με δαχτυλίδια, διαμάντια, λέξεις και ξόδεψαν χρόνο σε ανούσιες εκδηλώσεις απόδειξης των αισθημάτων.

Εκείνους που κατά καιρούς ανασκαλεύεις στην μνήμη σου και μιλάς τόσο εύκολα γι’ αυτούς.
Έχεις λόγια και απαντήσεις. «Είναι ο τάδε, γνωριστήκαμε εκεί και ταξιδέψαμε παραπέρα. Κράτησε τόσο και χωρίσαμε τότε».

Εύκολο να συμπληρώσεις τις πληροφορίες.
Ένα Ναύπλιο, μια Θεσσαλονίκη, κάνα Λονδίνο και κάνα Παρίσι αν κατά λάθος ξέμεινες λίγο παραπάνω στην σχέση, ο χρόνος μετρήσιμος και συγκεκριμένος.
Μοτίβο επαναλαμβανόμενο με συνηθισμένες παραλλαγές.

Εκείνοι οι άλλοι όμως, είναι σαν αερικά. Δεν έχουν τίποτα το σαφές και το συγκεκριμένο. Έχουν αφετηρία αλλά δεν έχουν τελεία. Το πολύ πολύ καμιά άνω τελεία, άντε και κάνα θαυμαστικό.

Δεν τοποθετούνται σε ένα μέρος γιατί όλος ο κόσμος ήταν δικός τους. Κάθε γωνιά ήταν κτήμα του έρωτά τους και στέγη για να προστατευτούν.

Δεν έχουν selfies και μένουν βουβοί μπροστά στα social media. Άντε να χουν 2-3 αποτυπωμένες στιγμές τους κι αυτές αυστηρά δικές τους.
Δεν είχαν ποτέ αρκετό χρόνο. Μια στιγμή ή μια αιωνιότητα, το ίδιο μέτρησε στην κάβα του έρωτά τους.

Χρόνο που δεν το μέτρησαν με κομμένες από το πάθος ανάσες, με ρούχα πεταμένα σε μια γωνιά, ήταν χρόνος χαμένος για εκείνους.

Το άγγιγμά τους ήταν το λάδι στην φωτιά κι η φωτιά δεν έσβησε μεταξύ τους ούτε για μια στιγμή. Ζούσε μέσα στο βλέμμα, στο φιλί, στις άτυπες συμφωνίες που κάνανε φορώντας μια λέξη χαραγμένη κοινά στα σώματά τους.

Μια λέξη κρυφή, μυστική, ανερμήνευτη στα αδιάκριτα μάτια και ακαταλαβίστικη από την κοινή λογική. Μια λέξη που είχε λόγο ύπαρξης μόνο στο δικό τους λεξικό.

Είναι αυτοί οι δυο έρωτες, ο πρώτος κι ο αληθινός, εκείνοι που ζουν χωρίς μέλλον.
Ζουν για το τώρα τους, για την επόμενη ανάσα.

Δε ζητάνε να γίνουν ιστορία, ούτε καν ανάμνηση.

Δε θέλουν να αφήσουν πίσω τους αποδείξεις της ύπαρξής τους.

Δεν κουβαλάνε καμία ματαιοδοξία για την υστεροφημία τους.

Δεν τους ενδιαφέρει το μετά γιατί ξέρουν πως κανείς από τους δυο δεν θα μιλήσει ποτέ γι’αυτό. Ξέρουν πως δεν θα υπάρξουν στην καταγραφή της ιστορίας. Πώς να μιλήσεις για το απόλυτο και ποιος να πιστέψει τα παράλογα που έγιναν λογικά στο βωμό του «θέλω».

Ποιος να δεχθεί τις υπερβολές και τις παρορμήσεις και να τις καταλάβει με τον κοινό νου.

Ποιος μπορεί να μεταφράσει αυτούς τους δυο έρωτες με λέξεις πεζές.

«Δεν είναι και πολύ βαριές οι κούτες αυτές», μου λέει ο μεταφορέας και τον κοιτάω για πρώτη φορά πραγματικά. 

«Όχι, τα απομεινάρια των περαστικών έτσι είναι, πόσο βάρος να έχουν;», του λέω κι εκείνος απλά χαμογελάει με κατανόηση.

Με την κατανόηση εκείνου που ξέρει βιωματικά γιατί μιλάς, που έχει περάσει από την ίδια θάλασσα και τώρα μέσα από το χαμόγελό του κερδίζει μια στιγμή για να κάνει την δική του βουτιά στην λήθη.

Έτσι αναγνωρίζονται οι άνθρωποι που έχουν περάσει από την ζωή τους αυτοί οι δυο έρωτες.

Από την σιωπή. 

 

Συντάκτης: Σοφία Παπαηλιάδου