Να αγκαλιαστούμε ή όχι; Ποιος θα το περίμενε ότι θα έρθει η στιγμή να αναλογιστούμε ακόμα και τις πιο βασικές μορφές ανθρώπινης ανακούφισης. Κι όμως, όσο παράλογο κι αν φάνταζε κάποτε στο μυαλό μας, έρχονται καιροί και σημεία που ανατρέπουν τα ως τώρα δεδομένα, φέρνοντας μια ολόκληρη ανισορροπία στη μέχρι τώρα συνθήκη επαφής. Αυτό κι αν δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους μας. Και η μέρα αγκαλιάς; Οι χιλιάδες έρευνες που μας προέτρεπαν να αγκαλιαζόμαστε και να δίνουμε δύναμη ο ένας στον άλλον; Τα δικά μας συναισθήματα ανακούφισης που τόσο όμορφα έρχονται να μας πλημμυρίσουν μετά από κάθε τέτοια κίνηση; Τα παιδιά μας, που τα μαθαίνουμε να ανοίγονται και ν’ ανοίγουν και τα χέρια τους μαζί να κλείσουν μέσα τους παππούδες και τους φίλους τους;

Πόσα σεμινάρια ψυχολογίας, πόσες διαλέξεις περί ανθρώπινης επαφής και πόσες ώρες που μείναμε αγκαλιασμένοι στη σιωπή να ξεχάσουμε; Άλλωστε όλα ξεκίνησαν με μια αγκαλιά. Εκείνη που μας έδωσε η μάνα μας όταν μας πρωτοαντίκρισε, αφού πρώτα μας είχε αγκαλιάσει με το σώμα της για να μας θρέψει. Εκείνη που μας έκανε να κουρνιάσουμε στο απαλό χάδι του πατέρα και στη θαλπωρή της ατέρμονης αγάπης που τους γεννήθηκε μαζί μας.

Αυτή η αγκαλιά είναι που δημιουργεί στο βρέφος την «αίσθηση του ανήκειν», που του παρέχει την απαιτούμενη ασφάλεια που χρειάζεται για να αναπτυχθεί και να νιώσει ότι ο κόσμος είναι φιλικός και οικείος. Αυτή η αγκαλιά θα του δώσει τα ψυχικά αντισώματα που θα το οχυρώσουν απέναντι στους κινδύνους που αργότερα θα απειλήσουν αναπόφευκτα την ψυχική ισορροπία του, αφού σ’ αυτήν θα ανατρέχει σε κάθε δυσκολία. Πέρα από την ασφάλεια, είναι ένας εξαιρετικός τρόπος επικοινωνίας αφού μας δίνει ακόμη δύναμη και μας μεταφέρει πολύτιμη ενέργεια. Περιορίζει τις ανησυχίες μας, καταπραΰνει τους εκάστοτε εσωτερικούς πόνους και φόβους μας και βελτιώνει τις σχέσεις μας με τους γύρω μας. Οι αγκαλιές λένε πολλά, όπως «σε εμπιστεύομαι», «σ’ ευχαριστώ», «θα είμαι δίπλα σου», χωρίς να χρειαστεί να μιλήσουμε. Και μεταφέρουν έτσι τα πιο δυνατά μας συναισθήματα, αυτά της συμπόνοιας, της αγάπης, της ανακούφισης.

Γι’ αυτό και όταν τις στερούμαστε, μπορεί να νιώθουμε μόνοι ή ανήμποροι. Σε πληγώνει να θες να μοιραστείς τόσα με μιας αγκαλιά και να φοβάσαι. Είναι στενάχωρο να βλέπεις ένα παιδί να προσπαθεί, να θες να το αγκαλιάσεις για να το συγχαρείς, να του δώσεις δύναμη και να μην μπορείς. Και πού θα πάνε όλες εκείνες οι ομαδικές αγκαλιές που μας έδεναν και θα μας δένουν σαν ομάδα και σαν σύνολο; Υπέρ υγείας κι αυτές. Αλλά για ποια ακριβώς υγεία μιλάμε; Μόνο για τη σωματική; Κι η ψυχική; Αυτή που είναι αυτές στις μέρες; Ποιος μιλά γι’ αυτήν όπως της αξίζει; Ελπίζω μόνο όταν θα προσπαθήσουμε να αγκαλιάσουμε τους εαυτούς μας, να ξέρουμε ακριβώς τον τρόπο να το κάνουμε.

Το μόνο παρήγορο είναι πως οι ψυχές μας μπορούν ν’ αγκαλιαστούν και πως πάντα εμείς θα βρίσκουμε τον τρόπο ν’ αγκαλιαζόμαστε, έστω και νοερά. Και θα έρθει κι εκείνη η μέρα που θα επιστρέψει αυτή η συνήθειά μας για πιο ουσιαστική επαφή. Τότε θα αγκαλιαστούμε όλοι σφιχτά για να κερδίσουμε το χαμένο χρόνο. Κι αν είμαστε τυχεροί, όλα με μια αγκαλιά κάποτε θα τελειώσουν.

Σήμερα, ωστόσο, το πιο μεγάλο δίλημμα μετατοπίζεται από το σαιξπηρικό «Να ζει κανείς ή να μη ζει;» στο «Να αγκαλιαστεί κανείς ή να μην αγκαλιαστεί;». Εσείς το νιώθετε αυτό το δίλημμα ή είμαι η μόνη; Εσείς προσέχετε; Γιατί «όσο κι αν κανείς προσέχει […] Πάντα πάντα θα ‘ναι αργά δεύτερη ζωή δεν έχει». (Ο. Ελύτης)

 

Συντάκτης: Εύη Λεγάτου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου